Αποστολή ΕΟΣ Αθηνών Daulagiri 1990

image_pdfimage_print

5 Οκτωβρίου 1990. Η ομάδα δουλεύοντας ακούραστα και με ενθουσιασμό έχει εξοπλίσει μέχρι την camp 3 στα 6350. Ο καιρός τις τελευταίες μέρες είναι σχετικά καλός. Βρισκόμαστε στην μεταβατική περίοδο μεταξύ μουσώνων και χειμώνα. Δυστυχώς η μεταβατική περίοδος δεν θα διαρκέσει πολύ. Οι άνεμοι από νότιοι υγροί έχουν αρχίσει να γίνονται βόρειοι ξεροί και παγωμένοι. Χιλιάδες πουλιά πάνω από το κεφάλι μας μεταναστεύουν από το Θιβέτ στην Ινδία.

Σύμφωνα με τους Σέρπα, ο καιρός θα χαλάσει σε τρεις μέρες. Πάρθηκε η απόφαση να βιαστούμε, δεν έχουμε άλλα περιθώρια. Μέσα σε λίγες μέρες έπρεπε να επιχειρήσουμε ανάβαση στην κορυφή. Την ομάδα κορυφής θα αποτελούσαν τα άτομα που βρισκόντουσαν εκείνη την στιγμή στην καλύτερη φυσική κατάσταση. Τα υπόλοιπα μέλη θα βρίσκονταν στις camp 2 και camp 3 για να παράσχουν υποστήριξη και διάσωση, αν χρειαζότανε.

6 Οκτωβρίου χαράματα. Ο Χρήστος Λάμπρης, ο Δημήτρης Τιτόπουλος και εγώ (Βαγγέλης Βρούτσης) ξεκινάμε από το B.C. με στόχο την κορυφή. Στο σακίδιό μου βρίσκεται η Ελληνική σημαία με σκοπό να στηθεί στην κορυφή. Αργά το βράδυ, φτάνουμε στην Camp 2. Δεν έχουμε χρόνο για ξεκούραση.

7 Οκτωβρίου. Ξεκινάμε για την Camp 3, μεταφέροντας με την βοήθεια δυο αχθοφόρων τον εξοπλισμό των κατασκηνώσεων, που θα στήναμε παραπάνω. Το βράδυ φτάνουμε στην Camp 3. Είμαστε πολύ κουρασμένοι και αποφασίζουμε την επόμενη μέρα να μείνουμε για ξεκούραση στην 3.

9 Οκτωβρίου. Ο καιρός έχει αρχίσει να χαλάει, φυσάει πολύ και κάνει κρύο. H κόψη πάνω από την 3 είναι απότομη και εκτεθειμένη. Το απόγευμα φθάνουμε στα 7000m στο σημείο που είχαμε προγραμματίσει να στήσουμε την camp 4. Δυστυχώς οι χιονοπτώσεις έχουν κάνει επικίνδυνη την περιοχή αυτή. Αποφασίσαμε να στήσουμε την Camp 4 πιο ψηλά στο σημείο, όπου έπρεπε να στήσουμε την Camp 5. δεν έχουμε χρόνο όμως να σκαρφαλώσουμε τους δύσκολους τοίχους που βρίσκονται πάνω από το κεφάλι μας και γυρνάμε πίσω στην Camp 3 για να επιχειρήσουμε την άλλη μέρα.

10 Οκτωβρίου. Ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Ο Δημήτρης αρρώστησε. Εμείς θα προσπαθήσουμε αύριο.

11 Οκτωβρίου. Βλέποντας μια πανέμορφη ανατολή του ηλίου, ξεκινάμε ο Χρήστος και εγώ. Φτάνουμε στο σημείο, όπου είχαμε εγκαταλείψει. Σκαρφαλώνουμε με αρκετή δυσκολία τα περάσματα και το απόγευμα φθάνουμε στα 7400 m, στο σημείο όπου θα στήσουμε την σκηνή για το Camp 4. Ο καιρός έχει χαλάσει. Επικρατεί χιονοθύελλα και ισχυρότατο κρύο. Το στήσιμο της σκηνής κράτησε 3 ώρες. Την δέσαμε καλά για να μην παρασυρθεί από τον αέρα. Βρισκόμαστε σε μεγάλο υψόμετρο, απαγορευτικό για την επιβίωση του ανθρώπου.

Σ΄αυτό το υψόμετρο ο οργανισμός δεν μπορεί να ξεκουραστεί. Η χαμηλή πίεση του οξυγόνου της ατμόσφαιρας δεν επιτρέπει την επιβίωση για πάνω από 3 μέρες. Κάθε κίνηση είναι τρομερά κουραστική. Η προσπάθεια για την κορυφή έπρεπε να αρχίσει το βράδυ της ίδιας μέρας. Η εξαντλητική προσπάθεια των προηγούμενων ημερών, το δύσκολο στήσιμο της σκηνής δεν συνιστούσε την συνέχιση της προσπάθειας. Αποφασίσαμε ‘ξεκούραση’ για μια ημέρα.

12 Οκτωβρίου. Μια πολύ δύσκολη νύχτα πέρασε. Βρισκόμαστε κλεισμένοι μέσα στο αντίσκηνο. Έξω επικρατούν ισχυρότατοι άνεμοι, ομίχλη και χιονίζει λίγο. Μέσα στο αντίσκηνο επικρατεί πολύ χαμηλή θερμοκρασία. Όλα είναι παγωμένα. Προσπαθούμε να μαγειρέψουμε μέσα στο αντίσκηνο. Οι υδρατμοί παγώνουν και πέφτουν λόγω του αέρα, προκαλώντας μια μικρή χιονόπτωση μέσα στη σκηνή. Παρόλα τα μικροπροβλήματα υγείας που έχουμε, το ηθικό μας είναι ακόμα άριστο, δεν σκεπτόμαστε επιστροφή.

Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με τους συντρόφους μας, που βρίσκονται στις Camp 2 και 3, αλλά δεν μπορούμε. Οι μπαταρίες λόγω του κρύου έχουν αδειάσει και οι ηλιακοί φορτιστές που είχαμε, ήταν άχρηστοι, γιατί δεν είχαμε καθόλου ήλιο. Μπορούσαμε να ακούμε τις φωνές τους να μας καλούν σε επικοινωνία μαζί τους, αλλά αυτοί δεν μπορούσαν να μας ακούσουν. Πίστευαν ότι είχαμε προσπαθήσει να ανέβουμε κορυφή, όπως προέβλεπε το σχέδιο και ανησυχούσαν.

Προσπαθούμε να ενώσουμε τις δύο αφόρτιστες μπαταρίες που είχαμε, έτσι ώστε να επικοινωνήσουμε, αλλά οι συνεχείς αγωνιώδεις κλήσεις τους έδειχναν ότι δεν έπιαναν το σήμα μας. Κλείσαμε τον ασύρματο και εγκαταλείψαμε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας. Δεν είχαμε αλλά περιθώρια, το βράδυ έπρεπε να επιχειρήσουμε κορυφή.

13 Οκτωβρίου. Στις 12.30 τα μεσάνυχτα αρχίζουμε να ετοιμαζόμαστε. Στις 3 πμ βγήκαμε έξω από το αντίσκηνο. Έξω επικρατεί μια πολύ ήσυχη νύχτα. Ο ουρανός έχει καθαρίσει εντελώς και διακρίνονται εκατομμύρια αστέρια και αστερισμοί , αλλά έχει τρομερό κρύο. Πριν λίγες μέρες μια Ελβετική αποστολή είχε μετρήσει εδώ στις 12 το μεσημέρι, -56 βαθμούς Κελσίου, τώρα πιστεύουμε ότι ξεπερνά τους -60.

Το υπερβολικό κρύο μας δημιουργεί προβλήματα. Τα χέρια μας και τα πόδια μας πονάνε. Με την βοήθεια του Χρήστου φοράω το μποντριέ και τα κραμπόν. Τα γυαλιά μυωπίας μου πιάνουν πάγο πάχους μερικών χιλιοστών και δεν καθαρίζουν. Τα παίρνει ο Χρήστος και μπαίνει στο αντίσκηνο να τα ζεστάνει στο γκαζάκι.

Τα λίγα λεπτά που έμεινα έξω μόνος, αισθανόμουν την παρουσία κάποιου ανθρώπου δίπλα μου, ίσως και να του μίλησα. Αργότερα έμαθα ότι έχει συμβεί και σε άλλους αυτό σε μεγάλο υψόμετρο. Δενόμαστε με το σχοινί και αρχίζουμε την αναρρίχηση.

Έχουν μείνει μερικές δεκάδες δύσκολα μέτρα και μετά η πορεία για την κορυφή γίνεται ευκολότερη. Το κρύο και το υψόμετρο μας δημιουργούν προβλήματα. Προχωράμε αργά αλλά σταθερά, ενώ κάτω από τα πόδια μας υπάρχουν χιλιόμετρα γκρεμού. Περιμένουμε την ανατολή να μας ζεστάνει λίγο ο ήλιος. Η ανατολή μας βρίσκει σ’ ένα μικρό πλάτωμα στα 7600 m. Το τοπίο είναι φανταστικό. Ο ουρανός παίρνει ένα βαθύ κόκκινο χρώμα, το ίδιο και οι κορυφές της Αναπούρνα απέναντι μας, το ίδιο και ο πάγος που σκαρφαλώνουμε.

Δεν αντέχω στον πειρασμό και βγάζω τα χοντρά γάντια για να βγάλω έστω μία φωτογραφία. Το χέρι μου κοκκάλωσε και χρειάστηκε να έρθει ο Χρήστος για να μου φορέσει το γάντι. Μπροστά μας φαίνεται η κορυφή. Λίγα δύσκολα μέτρα ακόμα και μετά μια εύκολη ανηφόρα θα μας φέρει πάνω στην κορυφή της, πραγματοποιώντας ένα πραγματικό άθλο για την Ελληνική ορειβασία. Θα είναι η πρώτη ελληνική ανάβαση σε κορυφή πάνω από τα 8000 μέτρα. Το κρύο έχει αρχίσει να γίνεται πολύ επώδυνο και οι κινήσεις μας γίνονται με δυσκολία.

Έχει μπει πλέον ο χειμώνας, δεν προλάβαμε. Ο Χρήστος προτείνει να γυρίσουμε πίσω. Διαφωνώ. Βρισκόμαστε πολύ κοντά στην κορυφή. Είναι κρίμα να πάνε χαμένες τέτοιες προσπάθειες τόσων εβδομάδων.

Μου εξηγεί τους λόγους, που μας επιβάλουν να γυρίσουμε πίσω. Κάνω την σκέψη να συνεχίσω μόνος, κάτι που ευτυχώς δεν έκανα. Αποφάσισα να γυρίσω πίσω μαζί με τον Χρήστο και ίσως προσπαθούσα πάλι για κορυφή μετά από λίγες μέρες. Σ΄αυτές τΙς περιπτώσεις, χρειάζεται περισσότερη ψυχική δύναμη να γυρίσεις πίσω παρά για να συνεχίσεις.

Λίγο πριν την κατασκήνωση 4, ο καιρός χαλάει. Φθάνουμε και μπαίνουμε στο αντίσκηνο. Ο καιρός χειροτερεύει με γρήγορο ρυθμό. Η απόφαση να γυρίσουμε πίσω αποδείχτηκε πολύ σωστή. Αποφασίζουμε να μείνουμε στην 4 για μια νύχτα ακόμα. Τα πόδια μου και τα χέρια μου πονάνε πολύ. Βγάζω τις αρβύλες και τα γάντια. Τα δάκτυλά μου είναι μελανά! Κρυοπαγήματα πρώτου βαθμού. Αν και ο πόνος είναι ισχυρός, δεν ανησυχώ, την επόμενη μέρα θα είμαι σε χαμηλότερο υψόμετρο με μεγαλύτερη θερμοκρασία και θα έχω την περιποίηση του Πάνου, του γιατρού μας.

Ο καιρός έξω, χαλάει συνέχεια. Ξαφνικά ο Χρήστος αισθάνεται ένα ρόγχο στην αναπνοή του. Αυτό είναι το πρώτο σύμπτωμα του πνευμονικού οιδήματος του υψομέτρου. Πρέπει να κατέβει το ταχύτερο σε χαμηλότερο υψόμετρο. Κάθε καθυστέρηση σ’αυτό το υψόμετρο, θα στοιχίσει την ζωή του. Σηκώνεται, φοράει τις αρβύλες και αρχίζει να κατεβαίνει αμέσως.

Θα κατέβαινα και εγώ μαζί του. Έμεινα γύρω στα 15 λεπτά για να ετοιμάσω το σακίδιό μου (ο Χρήστος έφυγε χωρίς σακίδιο ). Έξω επικρατεί υπερβολικό κρύο και χιονοθύελλα. Η ορατότητα είναι περιορισμένη και δεν βλέπω πουθενά τον Χρήστο. Αρχίζω να φωνάζω, αλλά ο δυνατός άνεμος διαλύει την φωνή μου.

Άρχισα να κατεβαίνω από τα σταθερά σχοινιά. Τα σχοινιά ήταν παγωμένα και δύσκολα στον χειρισμό. Αναγκάζομαι να βγάλω τα χοντρά εξωτερικά γάντια, έτσι ώστε να κάνω τους λεπτούς χειρισμούς του rappel. To χιόνι, που έπεφτε με δύναμη πάνω στα σχοινιά, το κόλλαγε πάνω στους παγωμένους βράχους αμέσως και με δυσκολία ξεκόλλαγαν από αυτούς. Φαίνονταν ότι είχαν πολύ καιρό να χρησιμοποιηθούν. Ο Χρήστος, δεν πρέπει να τα έχει χρησιμοποιήσει, υπέθεσα.

Άρχισα να ανησυχώ. Σε κάποια επιδείνωση της κατάστασης του, ίσως είχε πέσει στο κενό. Τον θεωρούσα νεκρό. Ο χειρισμός των παγωμένων σχοινιών με τα λεπτά γάντια, μου έχει παγώσει τα χέρια που ήδη υπέφεραν από κρυοπαγήματα.

Μετά από ώρες δύσκολης κατάβασης, στην άκρη του σχοινιού, συνάντησα τον Χρήστο χιονισμένο να τρίβει τα χέρια του για να ζεσταθεί. Ήταν ζωντανός!!! Κατέβαινε μόλις λίγα μέτρα μπροστά από εμένα, αλλά οι καιρικές συνθήκες μας εμπόδιζαν να έχουμε επαφή.

Εδώ τα σχοινιά τελείωναν . Υπήρχε ένα ομαλό κομμάτι παγετώνα γεμάτο χάσματα (κρεβάς). Η κατασκήνωση 4 ήταν πολύ κοντά μας, γύρω στα εκατό μέτρα. Πριν χιονίσει, το πέρασμα γινόταν πάνω σε εμφανείς παγογέφυρες και δεν χρειάστηκε να βάλουμε σταθερά σχοινιά.

Τώρα το πέρασμά του ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί όλα τα χάσματα ήταν καλυμμένα με φρέσκο χιόνι και δεν διακρίνονταν οι παγογέφυρες. Προσπαθήσαμε ανεπιτυχώς να κόψουμε ένα κομμάτι σχοινί, από το σταθερό που είχαμε χρησιμοποιήσει για να κατέβουμε μέχρι εκεί, για να δεθούμε μεταξύ μας, αφού και το ατομικό μας σχοινί το είχαμε εγκαταλείψει στην κατασκήνωση 4.

Δεν είχαμε άλλο περιθώριο, θα περνάγαμε ανασφάλιστοι. Θα ξεκίναγε ο ένας πρώτος, θα προχωρούσε ορισμένα βήματα, θα ερχόταν μέχρι εκεί ο δεύτερος και θα συνέχιζε για άλλα τόσα βήματα μπροστά και ούτω καθεξής. Όταν έφευγα μπροστά, αισθανόμουν σαν να περπάταγα σε ναρκοπέδιο. Ένα λάθος βήμα και θα βρισκόμουν πολλές δεκάδες μέτρα βαθειά μέσα στην κρεβάς, θαμμένος για πάντα.

Μετά από πολλή ώρα, περάσαμε στην άλλη μεριά. Φάνηκε η κατασκήνωση 3. Ήταν όλη θαμμένη στο χιόνι. Διακρίνονταν μόνον οι κορυφές των σκηνών. Έφυγαν τα παιδιά και μας άφησαν. Έτσι σκεφτήκαμε.

Είχαμε πολλές μέρες να επικοινωνήσουμε. Σκάψαμε την είσοδο της μιας σκηνής και μέσα βρήκαμε τον Νίκο Μπρόκο και τον Δημήτρη Καραγιάννη. Βρισκόντουσαν στους υπνόσακούς τους, αποκλεισμένοι. Ούτε αυτοί είχαν επικοινωνία με τους υπόλοιπους στην κατασκήνωση 2.

Καθώς τους λέγαμε τις ιστορίες μας, έβγαλα τα γάντια και τρόμαξα! Τα κρυοπαγήματα μέσα σε λίγες ώρες είχαν χειροτερεύσει πολύ! Το ίδιο και τα πόδια! Τα δάχτυλα μου είχαν γεμίσει φουσκάλες και είχαν πρηστεί. Ξεθάψαμε τις σκηνές από το χιόνι και μετά μπήκαμε μέσα στην άλλη. Ο καιρός εξακολουθεί να είναι χάλια. Τα χέρια μου και τα πόδια μου χειροτερεύουν ώρα με την ώρα. Δεν μπορούσα ούτε να φάω, ευτυχώς με τάιζε ο Χρήστος.

Οι μέρες περνάνε, αλλά ο καιρός εξακολουθεί να είναι κακός. Είμαστε αποκλεισμένοι στα αντίσκηνα. Ο Χρήστος έχει αναλάβει το συνεχές ξεθάψιμο της σκηνής, ώστε να μην καταρρεύσει από το βάρος του χιονιού, όπως έχει επιφορτισθεί το μαγείρεμα όπως και το τάισμά μου, αφού δεν μπορούσα να φάω. Το χιόνι που συσσωρεύονταν στις απότομες πλάτες του βουνού, έπεφτε με την μορφή χιονοστιβάδων. Ένα τεράστιο κομμάτι πάγου πίσω από τις σκηνές μας, εμπόδιζε τις χιονοστιβάδες να παρασύρουν τις σκηνές μας και εμάς μαζί. Μέσα στην σκηνή, μου έρχονται στο μυαλό οι πρόσφατες μνήμες της προσπάθειάς μας για την κορυφή και πόσο άδικα είχε χαθεί αυτή η επιτυχία μας.

Προσπαθούσα να συνηθίσω τον εαυτό μου χωρίς δάχτυλα στα χέρια και στα πόδια. Οι μέρες πέρναγαν, εμείς είμαστε αποκλεισμένοι στην σκηνή χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Είμαστε σε υψόμετρο, όπου θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε για αρκετές μέρες, αν δεν μας τελείωναν τα τρόφιμα η αν δεν μας παρέσερνε καμία χιονοστιβάδα. Όμως τα κρυοπαγήματά μου, ώρα με την ώρα χειροτέρευαν.

Την τέταρτη μέρα, ο καιρός καλυτερεύει. Επιχειρείται κατάβαση. Φεύγουν μπροστά ο Νίκος και ο Δημήτρης, για να μας ανοίξουν τον δρόμο μέσα στο μαλακό χιόνι και μετά από δύο ώρες ξεκινάμε και εμείς πού βρισκόμαστε σε χειρότερη κατάσταση. Σε λίγες ώρες βρισκόμαστε στην κατασκήνωση 3. Ακολούθησαν συγκινητικές στιγμές με τους συντρόφους μας, που μας θεωρούσαν οριστικά χαμένους. Ο γιατρός της αποστολής, ο Πάνος Χλωροκώστας είδε τα κρυοπαγήματα και άρχισε μια θεραπεία με τα υποτυπώδη μέσα, τα οποία είχαμε εκεί πάνω. Η θεραπεία εκεί πάνω, ήθελε τρομερή υπομονή και ατελείωτο χρόνο, να ζεστάνεις χλιαρό νερό, σε συγκεκριμένη θερμοκρασία, για να βάλεις τα χέρια μέσα και μετά από λίγο, άντε πάλι από την αρχή. Ο Πάνος ακούραστος επέμενε κι εγώ ήλπιζα να μην χάσω τα δάκτυλα των χεριών μου.

Τους είπαμε την ιστορία μας και μάθαμε γι αυτούς. Όταν δεν έπαιρναν μήνυμά μας από τον ασύρματο, μας θεωρούσαν χαμένους στον δρόμο προς την κορυφή. Την άλλη μέρα το πρωί, μας είδαν με τα κυάλια να επιχειρούμε κορυφή και να βρισκόμαστε κοντά σε αυτή. Πίστεψαν ότι φτάσαμε στην κορυφή.

Δεν μας είδαν όμως να κατεβαίνουμε και φοβήθηκαν ότι μας έπιασε η κακοκαιρία στην κορυφή και μας σκότωσε. Ακόμα και στην κατασκήνωση 4 να είχαμε φτάσει, δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε σε τέτοιο υψόμετρο για τόσες μέρες.

Περίμεναν να δουν τι θα γίνει με τους άλλους δύο στην κατασκήνωση 3. Με τα κυάλια φαίνονταν ότι η 3 είχε παρασυρθεί από χιονοστιβάδα, οπότε πρέπει να είναι νεκροί και οι άλλοι. Με την πίεση των Σέρπα αποφασίζουν να γυρίσουν πίσω, αφού δεν υπήρχε λόγος να διακινδυνεύσουν άλλο και αυτοί. Στην κατασκήνωση 2, θα έμενε για μια μέρα ακόμα ο Γιάννης Κατριβάνος, ο αρχηγός της αποστολής, που δεν ήθελε να πιστέψει ακόμη ότι είμαστε και οι τέσσερις νεκροί.

Ο Δημήτρης Τιτόπουλος και οι αχθοφόροι Σέρπα θα κατέβαιναν στην Κατασκήνωση Βάσης, μεταφέροντας και μερικά από τα προσωπικά μας πράγματα, τα οποία είχαμε αφήσει στην κατασκήνωση 2. Μια χιονοστιβάδα όμως, λίγο πριν την κατασκήνωση 1, τους έκοψε τον δρόμο και τους ανάγκασε να γυρίσουν πίσω στην 2. Το επόμενο πρωί, είδαν με τα κιάλια δύο άτομα να κατεβαίνουν από την 3. Χωρίς αμφιβολία ήταν ο Νίκος και ο Δημήτρης.

Αναβλήθηκε η αναχώρηση. Μετά από δύο ώρες, φανήκαμε και εγώ με τον Χρήστο. Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Σε λίγες ώρες, βρισκόμασταν όλοι μαζί αγκαλιασμένοι στην κατασκήνωση 2. Η περιποίηση, που είχα σαν τραυματίας από τους συντρόφους μου και τους ντόπιους βοηθούς μας, ήταν συγκινητική. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Η αποστολή άρχισε την επιστροφή. Ο χειμώνας είχε προχωρήσει και κανείς δεν ήθελε να επιχειρήσει. Από τα τρία άτομα, μιας άλλης αποστολής, που επιχείρησαν κορυφή μετά από εμάς, ο ένας χάθηκε και οι άλλοι δύο έπαθαν και αυτοί κρυοπαγήματα με ακρωτηριασμό μέλους του ενός από τους δύο.

23 Οκτωβρίου. Εγκαταλείπουμε την κατασκήνωση βάσης. Με υπερβολική θλίψη εγκαταλείπω, με την βοήθεια βαστάζων, το βουνό με το οποίο είχα πολύ δεθεί συναισθηματικά, τους δύο τελευταίους μήνες.

Μεταφέρθηκα στο χωριό Μάρφα και από εκεί με άλογα με πήγαν στο χωριό Τζόμσομ, όπου υπάρχει μικρό αεροδρόμιο. Από εκεί, με μικρό αεροπλάνο μεταφέρθηκα στην πόλη Ποκάρα και από εκεί στην Κατμαντού. Οι μουσώνες είχαν περάσει, ο καιρός ήταν φανταστικός και τα κρυοπαγήματα μου άρχισαν να αναρρώνουν.

Μέσα Νοέμβρη, φτάσαμε στην Ελλάδα. Τα κρυοπαγήματα με ταλαιπώρησαν πολλούς μήνες, αλλά ευτυχώς χωρίς να χάσω κάποιο δάκτυλο.

του Βαγγέλη Βρούτση

Στην ανωτέρω φωτό, ο Βαγγέλης Βρούτσης στη συγκεκριμένη αποστολή