image_pdfimage_print

Αποστολή ΕΟΣ Αθηνών Daulagiri 1998

Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος, μέλος της αποστολής περιγράφει παρακάτω την προσπάθεια ανάβασης του DHAULAGIRI:

Κατασκήνωση-3, 7.550μ. Μία ακόμα ισχυρή ριπή ανέμου ταρακούνησε για τα καλά το μισοθαμμένο αντίσκηνο, στοιβάzoντας επάνω του μπόλικο φρέσκο χιόνι διακόπτοντας παράλληλα έναν ύπνο ανήσυχο.. Το αίμα πήζει στις φλέβες. Ο καιρός πάει απ’ το κακό στο χειρότερο. Χιονίζει και τα ανεμοσούρια παρασέρνουν καθετί που προσπαθεί να σταθεί όρθιο. Το μικρό αντίσκηνο βάλλεται από παντού. Μεσ’ το θολό μυαλό μου οι παραισθήσεις παίζουν και αυτές το δικό τους παιχνίδι.

Στο καταλάγιασμα του ανέμου ακούγονται βήματα πάνω στο χιόνι και όμως δεν υπάρχει ψυχή. Οι ώρες κυλούν βασανιστικά καθώς η νύχτα προχωρεί και ο Μπάμπης είναι ακόμα εκεί έξω δίνοντας μια άνιση μάχη, με το υψόμετρο, την υποθερμία, την εξάντληση, τη μοναξιά, τις παραισθήσεις. Για τελευταία φορά εντοπίσθηκε από το τηλεσκόπιο της βάσης γύρω στις 4.00 μ.μ., επιστρέφοντας από την κορυφή. Η τύχη όμως του γύρισε την πλάτη κατάμουτρα. Η ξαφνική χιονοθύελλα που ξέσπασε αργά το απόγευμα, τον πρόλαβε στα 8.ΟΟΟμ.

Η διαβίωση ακόμα και μέσα στο αντίσκηνο έχει γίνει προβληματική. Το θερμόμετρο δείχνει -10oC. Το στομάχι αρνείται να δεχθεί οποιαδήποτε τροφή. Το σώμα προσπαθεί να αντεπεξέλθει στις ιδιαίτερες συνθήκες απώλειας και εξάντλησης. Μετράω 80 καρδ. παλμούς το λεπτό και 37.1 δέκατα. Κατά περιόδους βρίσκομαι σε ληθαργική κατάσταση, η οποία διακόπτεται από τις συχνές και αγωνιώδεις κλήσεις του ασυρμάτου. Οι φωνές τόσο του Γιάννη από τη βάση, όσο και του Παύλου και του Νίκου από την κατασκήνωση-2, ακούγονται πλέον αδύνατες μεταφέροντας ένα ανάμικτο αίσθημα θλίψης, πικρίας και αγωνίας.

Προσπαθώ να διώξω τις μαύρες σκέψεις απ’ το μυαλό μου. Ο Τσουπράς σπεσιαλίστας στα bivouac θα τα καταφέρει, θα γυρίσει έστω και αύριο την ύστατη ώρα έστω και με βαριά κρυοπαγήματα. Μένω εδώ να στηρίξω την επιστροφή του και την κατάβαση χαμηλότερα.

Η κλασσική BΑ κόψη του όρους Dhaulagiri (8.167 μ.) είναι μια διαδρομή, χωρίς τεχνικές δυσκολίες και προβλήματα εύρεσης. Μια ατέλειωτη χιονισμένη ράχη με κλίσεις 30ο – 40ο που ξεκινά από τα 6.000 μ. και εκτείνεται ως τα 7.600μ. περίπου όταν παρεμβάλλονται τα πρώτα βράχινα μπλοκ.

Από κει αρχίζει η μεγάλη διαγώνιος, η οποία παρακάμπτοντας τα βράχια οδηγεί στο φαρδύ πλατό κάτω από τα λούκια της κορφής. Στην κατάβαση με δεδομένη την εξάντληση και τη μικρή πολλές φορές ορατότητα, αν προχωρήσεις πιο χαμηλά από ότι πρέπει, χάνεις το σημείο εισόδου στην τραβέρσα που σε βγάζει πίσω στην κόψη και οδηγεί σε γκρεμούς χιλιάδων μέτρων.

Σ’ αυτή την περιοχή έχει χαθεί πολύς κόσμος, ακόμα και τα ιερά τέρατα των Ιμαλαΐων. Ο ίδιος ο Messner έπεσε στο χάρο της νότιας πλευράς και σώθηκε από θαύμα κατεβαίνοντας από κει με τις χιονοστιβάδες να σκάνε δίπλα του. Ο Kukuczka κατά την επιστροφή του από την κορυφή, υποχρεώθηκε σε bivouac κοντά στα 8.000 μ., ενώ ο Lowe το φθινόπωρο του ’90 βρήκε τα αντίσκηνα της Κ3 μάλλον κατά τύχη.

Στις 8/9/98 το πολύχρωμο καραβάνι μας, ύστερα από ένα πανέμορφο 1Οήμερο trekking στους πρόποδες των Ιμαλαΐων, έφτασε στα ριζά του βουνού, στην άκρη ενός κατακερματισμένου παγετώνα. Εκεί στα 4.700μ. στήθηκε η κατασκήνωση βάσης. Από τότε η πενταμελής Ορειβατική αποστολή του Ε.Ο.Σ. Αθήνας της οποίας μετέχουμε, πολιορκεί το “Λευκό βουνό” για μια ακόμη φορά.

Ολόκληρο το σχέδιο δράσης έχει συζητηθεί και συμφωνηθεί ομόφωνα απ’ όλους μας και προβλέπει την ανάβαση σε δύο ξεχωριστές σχοινοσυντροφιές. Θα ξεκινούσαμε ο Μπάμπης και εγώ και θα ακολουθούσαν με μια μέρα διαφορά ο Παύλος Τσιαντός με το Νίκο Χατζή. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα είχαμε περισσότερες ευκαιρίες να εκμεταλλευτούμε, πιθανή καλοκαιρία, αποφεύγοντας παράλληλα τον συνωστισμό στον περιορισμένο χώρο της κατασκήνωσης-3 καθώς και τη μεταφορά περισσότερων φορτίων σ’ αυτή.

Οι δύο βαστάζοι μεγάλου υψομέτρου της αποστολής Chuldim και Gelung Serpa έδειχναν να μην έχουν και πολύ διάθεση να πάνε για κορυφή. Παρόλα αυτά ανέλαβαν να στήσουν την κατασκήνωση-3 το συντομότερο δυνατόν. Ο εγκλιματισμός και η προσαρμογή της ομάδας στο μεγάλο υψόμετρο ήταν πολύ καλύτερος του αναμενόμενου. Ίσως κάποια κατάλοιπα εγκλιματισμού υπήρχαν ακόμα μέσα στα κύτταρα μας από τις πρόσφατες αποστολές της περασμένης άνοιξης (KUSUM KUNGURU και Kwanndge EOOA, Dhaulagiri ΣΕΟ).

Με πολύ δουλειά, κουβάλημα και ομαδική προσφορά οι τρεις προωθημένες κατασκηνώσεις στήνονται και εξοπλίζονται μέσα σε 11 μέρες -15/9 Κ1 5.800μ., 19/9 Κ2 6.600μ. και 26/9 Κ3 7.550μ. – ανάβοντας παράλληλα το πράσινο φως για την τελική έκβαση. Στο βουνό ανεβοκατεβαίνουν ακόμη τρεις Ισπανικές αποστολές, δύο Γιαπωνέζικες με χρήση συσκευών οξυγόνου και μία Ιταλική.

Dhaulagiri1
Διασχίζοντας τον παγετώνα προς την κατασκήνωση-1

Οι serpas συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε να τοποθετηθούν αρκετά χιλιόμετρα σταθερό σχοινί που ξεκινούν από τον παγετώνα και συνεχίζουν πάνω από την κατασκήνωση-3 ως τα 7.800μ. Ο καιρός είναι γενικά ασταθής. Την πρωινή ηλιοφάνεια διαδέχεται συνήθως χιονόπτωση και χαμηλές θερμοκρασίες. Αποτέλεσμα το βουνό να έχει φορτωθεί με πολύ χιόνι και ειδικά από τα 5.500μ και πάνω, δυσκολεύοντας τη γρήγορη προώθηση.

Στις 29/9/98 μαζί με τον Μπάμπη αφήνουμε τη βάση και ανηφορίζουμε για την κατασκήνωση-1. Περνάμε το εκτεθειμένο σε λιθοπτώσεις τμήμα του παγετώνα και διασχίζουμε με ζικ-ζακ τις δεκάδες κρεβάς ως το φαρδύ διάσελο, όπου έχει στηθεί η κατασκήνωση-1 καλύπτοντας 1.1ΟΟμ. υψομετρική σε 7 ώρες.

Τη δεύτερη μέρα (30/9) με πολύ καλή διάθεση ξεκινάμε για την κατασκήνωση-2. Αν και ψιλοχιονίζει σποραδικά, ο καιρός είναι σχετικά καλός. Στα 6.000 μ. μπήκαμε σε στρώμα νέφωσης και η ορατότητα περιορίστηκε. Μετά τα 6.300μ. ακολουθούμε τα σταθερά σχοινιά που μας οδηγούν στην κατασκήνωση-2 ύστερα από πεντέμισι ώρες συνολικής προσπάθειας. Ο Γιάννης από τη βάση μας ενημερώνει ότι οι τέσσερις Ιάπωνες με τρεις serpas και χρήση οξυγόνου έφτασαν στην κορφή το μεσημέρι και επιστρέφουν.

Το ηλιοβασίλεμα μας βρίσκει στα 6.600μ. να λιώνουμε χιόνι ατενίζοντας τις επιβλητικές κορφές των Ιμαλαΐων Annapurna (8.091μ.), Nilgiri (7·061μ.) και Tukuche(6.920) που ξεπροβάλλουν ολόλαμπρες πάνω από τα σύννεφα και αισιοδοξώντας ότι το Dhaulagiri θα χαμογελάσει και σε μας δύο μέρες αργότερα.

Η τρίτη μέρα (1/10/98) ήταν καθοριστική για τη συνέχεια. Με σκληρή δουλειά από τις 8.00 το πρωί βουλιάζοντας σε κάθε βήμα μέχρι το γόνατο κερδίζουμε ύφος μέτρο – μέτρο. Τα ζουμάρ στομώνουν απ’ τα χιόνια και γλιστρούν. Στα 7.000 μ. συναντάμε τους Γιαπωνέζους που επιστρέφουν πανευτυχείς μετά τη χτεσινή τους επιτυχία. Λίγο πιο πάνω, οι serpas κατεβάζουν τα υλικά της κατασκήνωση-3 μέσα σε τεράστια αδιάβροχα κυλινδρικά σακίδια, που σέρνουν πάνω στο χιόνι. Το μεσημέρι το σώμα έχει στραγγίξει εντελώς από υγρά. Η αφυδάτωση είναι κάτι που δύσκολα αντιμετωπίζεται σ’ αυτά τα υψόμετρα και η μείωση της απόδοσης αναπόφευκτη. Μετά από 7 ώρες βγαίνουμε στα 7.300μ. απ’ όπου ομαλή ράχη οδηγεί στην κατασκήνωση-3.

Ο Μπάμπης εντοπίζει το σημείο που γλίστρησε ο Ν. Παπανδρέου. Την άνοιξη όλα ήταν παγωμένα. Τώρα το χιόνι υποχωρεί σε κάθε βήμα κάτω από μια επιφανειακή κρούστα. Τα πράγματα είναι δυσκολότερα από ότι είχα υπολογίσει. Πρέπει όμως να συνεχίσω, αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι εδώ άλλωστε. Καθώς η νύχτα πλησιάζει το κρύο και ο δυνατός βοριάς που έχει σηκωθεί μας διαπερνούν ως το κόκαλο. Οι φωνές μας δεν ακούγονται.

Ώρα 6 το απόγευμα. Εντελώς εξουθενωμένοι, και στα όρια της υποθερμίας χωνόμαστε όπως – όπως με τα κραμπόν στο αντίσκηνο, να σωθούμε απ’ τον αέρα που λυσσομανάει. Με βογκητά εκτονώνουμε την επώδυνη κατάσταση της επαναφοράς της κυκλοφορίας στα άκρα. Οι προοπτικές είναι δυσοίωνες. Δεν μιλάμε πολύ. Προτείνω να περιμένουμε μια μέρα. Πίνουμε υγρά και χωνόμαστε στους υπνόσακους. Επικοινωνούμε με τη βάση. Θα αποφασίσουμε για τη συνέχεια τις πρώτες πρωινές ώρες ανάλογα με τις εξελίξεις του καιρού.

Στις δύο το πρωί (2/10/98) το ξυπνητήρι χτυπά. Ο αέρας έχει κοπάσει. Ο καιρός είναι ανοικτός. Ενημερώνουμε τη βάση ότι στις 3.00 π.μ. θα ξεκινήσουμε για κορφή. Λιώνουμε χιόνι και πίνουμε λίγο τσάι. Ο ύπνος μας κλείνει τα βλέφαρα. Η κόπωση από τη χθεσινή προσπάθεια λίγες μόνο ώρες νωρίτερα είναι αισθητή. Στα 7.550μ. το σώμα δεν αναλαμβάνει πλέον σε δυνάμεις και φθίνει συνεχώς.

Οι συνομιλίες του Γιάννη από τη βάση με τα παιδιά που από χτες βρίσκονται στην κατασκήνωση-2, μας ξυπνούν ξανά κατά τις 4.00. Πίνουμε μερικά υγρά ακόμη. Ο ύπνος μας παίρνει ξανά κοντά του για δεύτερη φορά.

Οι ανήσυχες κινήσεις του Μπάμπη που προσπαθεί να ετοιμαστεί βιαστικά δίπλα μου, με επαναφέρουν από τον κόσμο των ονείρων στην πραγματικότητα. Η ώρα κοντεύει έξι. Έπρεπε να έχουμε φύγει από τις τρεις, όμως η κούραση μας εμπόδισε. Ο καιρός εδώ πάνω είναι ανοιχτός αλλά υπάρχει πυκνή νέφωση στα 6-6500μ. Στις 6 ακριβώς ο Μπάμπης στέκεται όρθιος έξω, έτοιμος να ξεκινήσει.

– Μπάμπη η ώρα πέρασε, είναι αργά για κορφή.

– Πάμε! Που θα ξαναβρούμε τέτοιο καιρό. Έχω πάρει το αλτίμετρο εσύ πάρε τον ασύρματο. Προχωράω εγώ.

Η αυτοπεποίθηση του με πείθει ότι υπάρχουν ακόμη ελπίδες για κορφή.

– O.K. Προχώρα. Σε λίγο ξεκινώ και εγώ.

– Ώρα 6.30. Περνώ το ζουμάρ στα σταθερά σχοινιά, λίγα μόνο εκατοστά μακριά από το αντίσκηνο. Ο Μπάμπης βρίσκεται ήδη 50 -60 μέτρα ψηλότερα πάνω στα βράχια της κόψης και ετοιμάζεται να ξεκινήσει τη χιονισμένη τραβέρσα. Κάνω μερικά πιο γρήγορα βήματα δοκιμάζοντας να καλύψω την απόσταση που μας χωρίζει. Μάταια. Η αναπνευστική ανεπάρκεια μου κόβει την ανάσα. 10 -15 αναπνοές για 3 – 4 βήματα. Το σακίδιο είναι υπέρβαρο παρότι ζυγίζει μόνο 6-7 κιλά. Οι συνθήκες του χιονιού δεν βοηθούν. Σε κάθε βήμα γέρνω πάνω στο πιολέ. Απόσταση λίγων μέτρων και μοιάζει με μαραθώνιο.

Μετά από δυόμισι ώρες κοπιαστικής ανάβασης, έχω καλύψει λιγότερο από 150μ, υψομετρική. Τα περιθώρια στενεύουν. Το μυαλό μου διψά για οξυγόνο. Η ψυχή φτερουγίσει στην κορυφή, πιέζοντας το κορμί να προχωρήσει πέρα απ’ τα όρια. Προσπαθώ να ακούσω τη φωνή της σάρκας που καταρρέει. Προσπαθώ να σκεφτώ να υπολογίσω. Ήταν ελάχιστες οι μέρες που είχαμε καλοκαιρία και το απόγευμα.

Στο νου μου έρχονται εικόνες από παλιές αποστολές και οριακές προσπάθειες του παρελθόντος. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι ήδη πολύ αργά, μ’ αυτό το ρυθμό δεν έχω καμιά ελπίδα. Ακόμα και αν ανέβω εκεί πάνω, δεν υπάρχουν τ’ αναγκαία αποθέματα χρόνου και δυνάμεων για την επιστροφή. Ενδεχόμενο bivouac στα 8.ΟΟΟμ. σημαίνει πολύ πιθανόν μερικά δάκτυλα λιγότερα.

Ο Μπάμπης αν και αμυδρά, βρίσκεται ακόμη στο οπτικό μου πεδίο. Δείχνει σε καλύτερη κατάσταση και συνεχίζει αποφασιστικά, μ’ έναν αργό μεν αλλά σταθερό και επίμονο ρυθμό, αυξάνοντας συνεχώς την απόσταση που μας χωρίζει. 7.700μ.

Τέλος. σηκώνω τα χέρια σχηματίζοντας το οπτικό σινιάλο που έχουμε συμφωνήσει, δηλώνοντας ότι είμαι καλά και επιστρέφω. Γύρω στις 12 το μεσημέρι βρίσκομαι πίσω στην κατασκήνωση-3. Η ορατότητα είναι καλή και μπορώ να διακρίνω ακόμα τον Μπάμπη να ανηφορίζει τη μεγάλη διαγώνιο, συνεχίζοντας μοναχικά πλέον την ανάβαση προς την κορφή.

Μπαίνω στη σκηνή και σωριάζομαι σαν ναρκωμένος. Για αρκετή ώρα παραμένω έτσι. Με αργές κινήσεις λιώνω λίγο χιόνι. Πίνω υγρά και γεμίζω το θερμός με ζεστό τσάι για τον Μπάμπη, περιμένοντας να γυρίσει. Η νύχτα πέρασε μα δε φάνηκε κανείς.

Νωρίς το πρωί στις 3/10/98 κι ενώ η κακοκαιρία δεν έχει ακόμα κοπάσει ο Παύλος με το Νίκο ξεκινούν από την κατασκήνωση-2 (6.600μ.) με σκοπό να φτάσουν στην κατασκήνωση-3 (7.550μ.). Η χιονοθύελλα τυφλώνει προσωρινά το Νίκο που αναγκάζεται να επιστρέψει στην κατασκήνωση-2. Ο Παύλος συνεχίζει και τελικά φτάνει στο χώρο της κατασκήνωση-3 μετά από 10 ώρες εξαντλητικής προσπάθειας.

Την έκτη μέρα (4/10/98) αποφασίζω να κατέβω χαμηλότερα όσο είναι ακόμη καιρός. Τρεις μέρες εδώ πάνω και το στομάχι μου έχει δεχθεί μισό πακέτο μπισκότα όλα κι όλα. Έχω χάσει αρκετά κιλά και αισθάνομαι αδυναμία. Ο Παύλος θα παραμείνει, αναμένοντας τους Ιταλούς και Ισπανούς, που ανεβαίνουν σήμερα στην κατασκήνωση-3 με σκοπό να δοκιμάσουν για κορυφή αύριο. Τα φρέσκα χιόνια των τελευταίων ημερών δυσκολεύουν την κατάβαση. Κατακερματισμένες μάζες χιονιού στοιβάζονται εδώ κι εκεί, αποτέλεσμα της κατάληξης των χιονοστιβάδων.

Στην κατασκήνωση-2 συναντώ τον Νίκο και συνεχίσουμε μαζί μέχρι την κατασκήνωση βάσης όπου φτάνουμε αργά το βράδυ. Τραγική ειρωνεία. Ο καιρός είναι ανοιχτός και η πανσέληνος φωτίζει τους παγετώνες ολόγυρα. Στις 5/10/98 ο Ιταλός S. Modineli, ο Ισπανός Tito και οι δύο Serpas μαζί με τον Παύλο που αρχίζει να υποφέρει από κρυοπαγήματα στο δεξί πόδι, παίρνουν το δρόμο για την κορυφή αναζητώντας τα ίχνη του Λιονταριού των βουνών. Στα 7.900μ. εγκαταλείπουν την προσπάθεια λόγω των πού άσχημων συνθηκών χιονιού και επιστρέφουν χωρίς να βρουν το παραμικρό ίχνος.

Ο Μπάμπης Τοουπράς στάθηκε μόνο για λίγο στην κορφή του Dhaulagiri. Ύστερα συνέχισε το σκαρφάλωμα στα άδυτα του βαθύ μπλε του ουρανού των Ιμαλαΐων.

Dhaulagiri2

Ο Μπάμπης καθώς φεύγει από την κατασκήνωση-3 προς την κορυφή, είναι η τελευταία φορά που τον είδαν από κοντά

Ο αρχηγός της αποστολής, Γιάννης Κατριβάνος, περιγράφει την ανάβαση στο Dhaulagiri:

Τρίτη πρωί 29/9/98 ο Μπάμπης Τοουπράς και ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος έφυγαν για την κατασκήνωση-1 (5.800μ.). Την ίδια μέρα τέσσερις Ιάπωνες και τρεις Σέρπας απέτυχαν ν’ ανέβουν στην κορφή, παρόλο ότι χρησιμοποιούσαν συσκευές οξυγόνου, και γύρισαν στην κατασκήνωση-3. Τετάρτη 30/9, ο Μπάμπης και ο Πάνος ανέβηκαν στην κατασκήνωση-2 (6.600μ.) και συνάντησαν την δεύτερη ομάδα της Ιαπωνικής αποστολής (δύο Ιάπωνες και τρεις Σέρπας υψομέτρου) που είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια τους να φτάσουν στην κατασκήνωση-3 παρ’ όλο που χρησιμοποιούσαν, όπως προανέφερα, συσκευές οξυγόνου.

Την ίδια μέρα ο Παύλος Τσιαντός και ο Νίκος Χατζής έφτασαν στην κατασκήνωση-1.

Αργά το απόγευμα μάθαμε ότι η πρώτη Γιαπωνέζικη ομάδα με την βοήθεια των τριών Σέρπας έκαναν κορυφή. Λίγη ώρα αργότερα ο καιρός χάλασε και χιόνισε. Στην Κατασκήνωση Βάσης. το χιόνι έφτασε τα 10 εκ. Περίπου αλλά το ίδιο βράδυ ο καιρός άνοιξε εντελώς και το φως του φεγγαριού (είχε πανσέληνο) έλουσε το βουνό.

Πέμπτη 1/10/98 ο Μπάμπης και ο Πάνος έφυγαν από την κατασκήνωση-2 (6.600μ.) για την κατασκήνωση-3 (7.550μ.). Είμαστε σε συνεχή επικοινωνία μέσω των ασυρμάτων, που παρέμειναν συνεχώς ανοιχτοί. Στα 7.250μ. στην κόψη, ο αέρας έδερνε την πλαγιά και δυσκόλευε πολύ την ανάβαση. Μπροστά πήγαινε ο Μπάμπης ανοίγοντας βήματα στο βαθύ χιόνι. Από το σημείο αυτό και μέχρι την κατασκήνωση-3 στα 7.550μ. πήγε μπροστά ο Παναγιώτης. Έφτασαν στις 18.00 ύστερα από δέκα ώρες επίπονης ανάβασης.

Ο καιρός ήταν ανοικτός αλλά ο αέρας, που κουβαλούσε χιόνι, δημιουργούσε πρόβλημα. Λίγο αργότερα ο Παναγιώτης μου είπε ότι είχε φτάσει στα όρια της αντοχής του. Πίστευε πως δε θα μπορούσαν να ξεκουραστούν αρκετά μέσα στις οκτώ ώρες που απόμεναν μέχρι να ξεκινήσουν για την κορφή. Παρενέβη ο Μπάμπης και είπε πως σε λίγες ώρες θα έβλεπαν πως θα ήταν και θα αποφάσιζαν αν θα ξεκίναγαν. Υποσχέθηκα άτι αν αποφάσιζαν να κατέβουν θα είχαν την ευκαιρία να ξαναδοκιμάσουν για την κορφή. Συμφωνήσαμε ότι θα ξεκίναγαν μόνο αν αισθανόντουσαν καλά.

Σαν τελευταίο όριο αναχώρησης για την κορυφή ορίστηκε ότι θα ήταν η 03.00 της Παρασκευής 2/10/98.

Παρασκευή 2/10/98 στις 01.00 προσπάθησα να έλθω σε επαφή μαζί τους αλλά δεν το κατόρθωσα παρά 30′ αργότερα. Μίλησα με τον Παναγιώτη και μου είπε πως ετοιμάζουν νερό (λιώνοντας χιόνι) και θα έφευγαν σε μία ώρα περίπου, θα με ειδοποιούσαν μόλις ήταν έτοιμοι. Η ώρα πέρασε και καθώς δεν είχα καμιά επαφή άρχισα να τους καλώ στον ασύρματο. Το μόνο που κατόρθωσα ήταν να ξυπνήσω τον Παύλο στην κατασκήνωση-2.

Στις 02.45 ο Παναγιώτης ήλθε σε επαφή μαζί μου και μου είπε πως είχαν πρόβλημα με το λιώσιμο του χιονιού και ότι θα έφευγαν σε λίγη ώρα. Ο καιρός ήταν πολύ καλός και συμφώνησα να ξεκινήσουν, αμέσως όμως, για την κορυφή, θα επικοινωνούσαμε όποτε μπορούσαν αυτοί για να μη διακόπτεται η προσπάθεια τους.

Σε λίγο βγήκα έξω και είδα τα φώτα ενός φακού στο σημείο της κατασκήνωση-3. Ανακουφισμένος ξαναμπήκα στο αντίσκηνο και καθώς ήμουν ξάγρυπνος με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα στις 06.30. Είχε ήδη ξημερώσει. βγήκα από το αντίσκηνο και έστρεψα τα κιάλια στην κορφή για να τους εντοπίσω. Έκπληκτος είδα μια σιλουέτα να κινείται σταθερά κάτω από τα βράχια κατά μήκος της απότομης τραβέρσας.

Ήταν σε απόσταση 500μ. από την κατασκήνωση-3. Μια δεύτερη φιγούρα βρίσκονταν πιο πίσω. Διέκρινα καθαρά το κόκκινο χρώμα των ρούχων τους. Τους κάλεσα στον ασύρματο χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε μία ώρα άκουσα τον Παναγιώτη να μου μιλάει στον ασύρματο. Καθυστέρησαν να ξεκινήσουν γιατί τους εμπόδιζε ο αέρας και η κούραση. Στις 02.45 άρχισαν να ετοιμάζονται αλλά τους πήρε ο ύπνος και τελικά κατάφεραν να ξεκινήσουν στις 06.00.

Θεώρησα ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιστροφής στην κατασκήνωση-3 πριν νυχτώσει και του είπα να ειδοποιήσει τον Μπάμπη να επιστρέψει. Όμως είχε απομακρυνθεί πολύ και δεν υπήρχε τρόπος να ειδοποιηθεί.

Ο Παναγιώτης μου είπε πως ο Μπάμπης του είχε δηλώσει ότι είναι αποφασισμένος να κάνει την κορυφή και μόνος του.

Στην παρατήρηση του πως είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να περιμένουν άλλη ευκαιρία, ο Μπάμπης του δήλωσε ότι ήταν πολύ πιθανό να μην έχουν άλλη ευκαιρία να κάνουν την κορυφή. Του άφησε τον ασύρματο, πήρε το αλτίμετρο και έφυγε. Ο Παναγιώτης εκτιμούσε ότι ο Μπάμπης θα έκανε την κορυφή και ότι θα επέστρεφε εγκαίρως. Αντίθετα αμφέβαλε αν ο ίδιος θα μπορούσε, μετά την κορυφή να επιστρέψει με ασφάλεια στην Κ3 γι’ αυτό και διέκοψε την προσπάθεια του.

Ο καιρός ήταν καλός και άρχισα να πιστεύω ότι ίσως η ανησυχία μου ήταν υπερβολική. Πήρα τα κιάλια και έφυγα βιαστικά προς το French Pass για να κερδίσω ύψος προκειμένου να έχω ανεμπόδιστη θέα. Ήταν ήδη 11.30 και από τη σάρα που είχα ανέβει είδα με τα κιάλια τον Μπάμπη να ανεβαίνει σταθερά. Με κατέλαβε μεγάλη νευρικότητα και για να ησυχάσω έπαψα να παρακολουθώ συνεχώς την προσπάθεια του περιοριζόμενος να παρακολουθώ την πρόοδο της ανάβασης του κάθε 30′. Είχα συνεχώς επαφή με τον Παναγιώτη που δεν έβλεπε τον Μπάμπη καθώς είχε περάσει σε σημείο που δεν είχε οπτική επαφή με την κατασκήνωση-3. Ο καιρός άρχισε να κλείνει και τα σύννεφα που πύκνωναν δυσκόλευαν τη θέα προς την κορυφή.

Στις13.00 ήλθαν τέσσερις Σέρπας της Ιαπωνικής αποστολής με τους οποίους είχαμε δημιουργήσει φιλικές σχέσεις. Είχαν μαζί τους ένα πολύ δυνατό τηλεσκόπιο. Στις 15.15 είδα τον Μπάμπη για τελευταία φορά. Είχε ξεπεράσει το λούκι που βγάζει στην κορφή.

Υπολογίσαμε ότι απείχε περίπου 100μ. από την κορφή (σε ανάπτυγμα) και ότι βρίσκονταν πάνω από τα 8.ΙΟΟμ. Ήμουν ντυμένος μάλλον ελαφρά και είχα πρόβλημα με τον κρύο αέρα. Σίγουρος για την επιτυχία έφυγα για την κατασκήνωση βάσης. Στις 17.00 οι Σέρπας επέστρεψαν στην κατασκήνωση βάσης και μου έδωσαν συγχαρητήρια. Το νέο μαθεύτηκε αμέσως και στις άλλες αποστολές και όλοι ήλθαν να με συγχαρούν.

H TPAΓΩΔIA

Η χαρά μου για την επιτυχία ήταν προσωρινή και αμέσως έδωσε την θέση της στην ανησυχία. Το προαίσθημα καταστροφής που είχα νοιώσει το πρωί, όταν αντίκρισα τους συντρόφους μου να σκαρφαλώνουν προς την κορυφή, έγινε ακόμα πιο έντονο.

Οι ενδείξεις στο αλτίμετρο μαρτυρούσαν την θύελλα που έφτανε. Μέσα σε 30′ το χιόνι σκέπασε την κατασκήνωση βάσης. Ο Παναγιώτης με πληροφόρησε ότι στην κατασκήνωση-3 το χιόνι που έπεφτε ακατάπαυστα του προκαλούσε μικρότερη ανησυχία απ’ ότι ο αέρας. Μέσα στην θύελλα βγήκε και έλεγξε τις ασφάλειες του αντίσκηνου. Από την κατασκήνωση-2 ο Παύλος και ο Νίκος δεν έκρυβαν την αγωνία τους για τον Μπάμπη. Όλοι όμως πιστεύαμε ότι είχε την ικανότητα να επιβιώσει από ένα αναγκαστικό bivouac ακόμα και σε αυτό το υψόμετρο.

Τη νύχτα ο αέρας που λυσσομανούσε ξεγέλασε πολλές φορές τον Παναγιώτη κάνοντας τον να πιστέψει ότι ο Μπάμπης είχε φτάσει και προσπαθούσε να μπει στο αντίσκηνο. Πετάγονταν απάνω φωνάζοντας “Μπάμπη από την άλλη πόρτα”.

Σάββατο 3/10/98. Πετάχτηκα έξω πριν ακόμα φέξει. Το κρύο ήταν απίστευτο. Ξημέρωνε και τα τελευταία αστέρια έσβηναν δίνοντας τη θέση τους σε μια πεντακάθαρη μέρα. Ήμουν ξάγρυπνος και ένοιωθα πολύ κουρασμένος ωστόσο δεν είχα χάσει τις ελπίδες μου. Σιγά – σιγά εμφανίζονταν όσοι βρίσκονταν στην κατασκήνωση βάσης. Είχαν σηκωθεί περιμένοντας την εμφάνιση του Μπάμπη. Ο μάγειρας μας και οι βοηθοί του πρόσφεραν καυτό μαύρο τσάι.

Ο ήλιος φώτιζε αχνό την κορφή. Ένα απόκοσμο πορφυρό χρώμα πλημμύρισε το βουνό. Και εμείς, Ευρωπαίοι και Σέρπας, ανέκφραστοι, γνέφοντας σιωπηλούς χαιρετισμούς μεταξύ μας, περιμένοντας την εμφάνιση του συντρόφου μας. Μάταια όμως. Στις 10.30 ο καιρός χειροτέρεψε πάλι. Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι έχασαν κάθε ελπίδα.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΑ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ

Το ίδιο πρωί, Σάββατο 3/10/98, στις 04.00, ο Παύλος είχε ξεκινήσει για την κατασκήνωση-3. Ο Νίκος τον ακολουθούσε, όμως λίγο αργότερα του έδωσα εντολή να επιστρέψει στην κατασκήνωση-2 γιατί υπήρχε πρόβλημα χώρου καθώς ο Παναγιώτης θέλησε να περιμένει για μια ακόμα μέρα την εμφάνιση του Μπάμπη.

Ο Παύλος έφτασε στην κατασκήνωση-3 ύστερα από εννέα ώρες ανάβασης. Ήταν εξαντλημένος. Ο αέρας τον κτύπησε καθώς βγήκε στην κόψη και το τελευταίο μέρος της διαδρομής ήταν βασανιστικό. Η παρουσία του ενίσχυσε το ηθικό του Παναγιώτη αλλά έβαλε σε ανησυχία εμένα καθώς ο αέρας συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Την ίδια μέρα οι Σέρπας της Γιαπωνέζικης αποστολής μετέδωσαν την είδηση για την εξαφάνιση του Μπάμπη και όσοι βρίσκονταν στην κατασκήνωση-2 συζητούσαν με τον Νίκο την πιθανότητα να επιστρέψει ο Μπάμπης στην κατασκήνωση-3.

Κυριακή 4/10/98. Ο καιρός βελτιώθηκε αισθητά και Ισπανοί, Ιταλοί και Βάσκοι ορειβάτες μαζί με δύο Σέρπας ξεκίνησαν από την κατασκήνωση-2 για την κατασκήνωση-3. θα προσπαθήσουν να κάνουν την κορυφή και συγχρόνως να δουν τι έγινε ο Μπάμπης. Ο Παύλος μου ζήτησε να μείνει στην κατασκήνωση-3 και να τους ακολουθήσει προς την κορυφή μήπως και βρει να ίχνη του.

Όλοι πιστεύαμε ότι θα είχε καταφύγει σε χιονότρυπα για να προφυλαχτεί από την χιονοθύελλα και το πιθανότερο ήταν πως δεν θα είχε ξεφύγει από την πορεία του. Του έδωσα την άδεια και το ίδιο πρωί ο Παναγιώτης, που ήταν αδύνατον να παραμείνει για μια ακόμα μέρα στο υψόμετρο της κατασκήνωση-3. Κατέβηκε στην κατασκήνωση-2, όπου το περίμενε ο Νίκος Χατζής και αμέσως ξεκίνησαν για την κατασκήνωση-1 και στην συνέχεια για την κατασκήνωση βάσης όπου και έφτασαν στις 22.00 της ίδιας μέρας.

Από τους έξι ορειβάτες και τους τέσσερις Σέρπας που ξεκίνησαν από την κατασκήνωση-2 μόνο τρεις ορειβάτες (δύο Ιταλοί και ένας Βάσκος) και δύο Σέρπας έφτασαν τελικά στην κατασκήνωση-3. Οι δύο Ιταλοί κατάφυγαν στο δικό μας αντίσκηνο, γιατί η κακοκαιρία είχε καταστρέψει τα υπόλοιπα, εκτός από ένα ακόμα, στο οποίο κατέφυγαν οι δύο Σέρπας και ο Βάσκος.

Δεύτερα 5/10/98 στις 03.00, με καλό καιρό, ο Παύλος και οι τέσσερις από τους πέντε (ο ένας Ιταλός επέστρεψε στην κατασκήνωση-2), ξεκίνησαν για την κορφή μαζί τους και στις 10.00 υποχώρησαν από τα 7.900μ. επειδή το χιόνι ήταν βαθύ και επικίνδυνο. Την ίδια μέρα σε συζήτηση με τους αρχηγούς τεσσάρων αποστολών (βασκική, ιταλική, ισπανική και, την δεύτερη, ιαπωνική) δήλωσα ότι διακόπτουμε την αποστολή μας. Την επόμενοι όλοι (εκτός των Ιαπώνων) επέστρεψαν στην κατασκήνωση βάσης διακόπτοντας και αυτοί τις αποστολές τους. Οι Ιάπωνες προσπάθησαν ξανά για την κορφή στις 6/10 αλλά εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους στα7.700μ.

Τρίτη 6/10/98. Ο Παύλος Τσιαντός κατέβηκε στην κατασκήνωση βάσης. Είχε κρυοπαγήματα στα πόδια, ειδικά στα δύο μεγάλα δάκτυλα του δεξιού του ποδιού. Με δορυφορικό τηλέφωνο που μας παραχώρησε ο Βάσκος ορειβάτης Pepe Garces Galindo επικοινωνήσαμε αρχικά με τον Θέμο Πλαστήρα και μεταδώσαμε την είδηση της εξαφάνισης του Μπάμπη Τσουπρά.

Τετάρτη 7/10/98. Επειδή δεν μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά με τον πράκτορα μας στην Κατμαντού, έφυγε ο Νίκος μαζί με ένα Σέρπα για να τον ειδοποιήσει από το χωριό Μάρφα, να σταλεί ελικόπτερο για την παραλαβή του Παύλου.

Πέμπτη 8/10/98. Το ελικόπτερο προσπάθησε δύο φορές, αλλά δεν κατόρθωσε να φτάσει στην κατασκήνωση βάσης λόγω των ισχυρών ανέμων, πράγμα που πέτυχε την επόμενη Παρασκευή 9/10/98 στις 11.00.

Την ίδια μέρα έφτασαν οι βαστάζοι από το Μπακλούνγκ. Η Κατασκήνωση Βάσης διαλύθηκε και ο Παναγιώτης και εγώ αναχωρήσαμε στις 12.00.

Στο French Pass σκάλισα σε μία στρογγυλή πέτρα ένα όνομα και μία ημερομηνία “Στον Μπάμπη 2/10/1998”.

Το έβαλα πάνω στο σωρό από πέτρες δίπλα σε μια άλλη πέτρα που πάνω της είχαν σκαλίσει μία γαλλική φράση “Α Chandal”. Φτάσαμε στο χωριό Τούκτσε ύστερα από μια περιπετειώδη πορεία τα ξημερώματα του Σαββάτου 10/10.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ο θάνατος του Μπάμπη Τσουπρά στα Νταουλαγκίρι, σημάδεψε την αποστολή του ΕΟΣ Αθηνών, περνώντας σε δεύτερη μοίρα την τυπική επιτυχία της που επετεύχθη με το μοναδικό, στην ιστορία της ελληνικής ορειβασίας, προσωπικό του κατόρθωμα, την μοναχική ανάβαση δηλαδή, σε μία από τις δύσκολες 8.ΟΟΟμ κορυφή.

Οι προσωπικές εκτιμήσεις μου για την αποστολή είναι οι ακόλουθες:

Ποτέ, σε καμία από τις αποστολές που έλαβα μέρος είτε σαν μέλος είτε σαν αρχηγός δεν είχα παρακολουθήσει πιο επιτυχή και ελπιδοφόρο αποστολή.

Όλα πήγαιναν πάντα καλύτερα απ’ ότι μπορούσαμε να ελπίσουμε. Τα μέλη της ομάδας, ορειβάτες υψηλών προδιαγραφών με φιλοδοξίες, ήταν σύντροφοι σε περισσότερες από 3 αποστολές και είχαν πάθος για την ορειβασία.

Η συμμετοχή όλων σε αποστολές την προηγούμενη άνοιξη, διευκόλυνε την προσαρμογή και η περίοδος εγκλιματισμού επιταχύνθηκε έτσι ώστε μέσα σε έντεκα (11) ημέρες από την ημέρα που η ομάδα ξεκίνησε από την κατασκήνωση βάσης κατορθώσαμε και στήσαμε την κατασκήνωση-3 στα 7.550μ. μπροστά από άλλες αποστολές που είχαν φτάσει 7-15 ημέρες νωρίτερα.

Η ομάδα σε όλο το διάστημα της αποστολής κέρδισε την εκτίμηση όλων και αναγνωρίστηκε σαν μία από τις καλύτερες. Πρέπει να σημειωθεί πως στις διάφορες αποστολές που βρίσκονταν στο Νταουλαγκίρι μετείχαν ορειβάτες σαν τους Βάσκους Pepe Garces Galindo και Tito Angire Maleon και τους Ιταλούς Silvio Mondineli και Andrea Enzio που είχαν αναβάσεις στο Έβερεστ, το Λότσε, το Μακαλού, την ΚαΖετσούνγκα, το Νάνγκα Μπαρμπάτ το Tσo Ογιού τη Σίσσα Πάνγκμα καθώς επίσης διάφοροι άλλοι Ισπανοί και Ιάπωνες με επιτυχίες σε 8.ΟΟΟμ.

Η προσοχή που δόθηκε στις λεπτομέρειες της οργάνωσης βοήθησε πολύ τη διεξαγωγή της αποστολής. Έτσι ήταν τα πράγματα και ο Pepe Garces Galindo και ο Silvio Mondineli έλεγαν αστειευόμενοι “είσαστε μία ομάδα καταδικασμένη να πετύχει”.

Ο καιρός δεν ήταν σίγουρα ο καλύτερος αλλά μέχρι την ημέρα που χάθηκε ο Μπάμπης μόνο δύο φορές είχε κάνει πολύ άσχημο καιρό. Δεν μπορώ να καταλογίσω κανένα λάθος στον Μπάμπη. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι υπήρξε εξαιρετικά άτυχος. Υπολόγισε την αναγκαστική διανυκτέρευση ποντάροντας στο γεγονός ότι ο καιρός, που χαλούσε σχεδόν κάθε απόγευμα, βελτιωνόταν πάντα τις πρώτες βράδυνες ώρες. Η απρόοπτη παράταση της κακοκαιρίας, σε συνδυασμό με την ένταση της, ήταν η αιτία του χαμού του.

Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία είναι άκρως υποκειμενική και “σηκώνει” κριτική. Γιατί μόνο ο Μπάμπης ήταν σε θέση να γνωρίσει το όρια του και κανένας δεν μπορεί να αμφιβάλει για την πείρα, την τεχνική του επάρκεια, τα ψυχικά και σωματικά του προσόντα. Γιατί αυτά ακριβώς τα προσόντα του τον είχαν αναδείξει σαν τον κορυφαίο Έλληνα ορειβάτη.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΝΤΑΟΥΛΑΓΚΙΡΙ ΚΑΙ …ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Τα ΜΜΕ, εκτός ολίγων φωτεινών εξαιρέσεων, αντιμετώπισαν τα γεγονότα με τρόπο που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα προκαλούσε γέλια. Τι να συμπεράνει κανείς : ότι οι δημοσιογράφοι είναι αδαείς; ή ότι σκόπιμα υπερβαίνουν τα άρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας προκειμένου να πουλήσουν; στις διάφορες εφημερίδες, αλλά και σε ειδικά περιοδικά, γράφτηκαν ανακρίβειες που αφορούσαν την αποστολή μας στο Νταουλαγκίρι.

Οι δηλώσεις, τα άρθρα, τα συμπεράσματα αυτά, που διατυπώθηκαν εκ των υστέρων (και εκ του ασφαλούς) από διαφόρους … ειδικούς της ορειβασίας, ήταν φανερό πως είχαν σαν μοναδικό σκοπό τους να στρέψουν τα βλέμματα της δημοσιότητας πάνω τους.

Ίσως κάποτε να αντιληφθούν πως καλύτερα θα ήταν, πριν πουν οτιδήποτε, να θυμόντουσαν ότι οι ίδιοι βρίσκονταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Νταουλαγκίρι.

Θα απέφευγαν με τον τρόπο αυτό δηλώσεις που προκάλεσαν θυμηδία στον ορειβατικό κόσμο. Στο μέλλον καλό θα ήταν (για τους ίδιους κυρίως) να είναι πιο φειδωλοί σε δηλώσεις, ειδικά όταν πρόκειται για αποστολές άλλων συλλόγων.

Γιατί υπάρχουν κάποια όρια, που δεν μπορούν να παραβιάζονται για χάρη οποιασδήποτε σκοπιμότητας, ούτε και να λησμονιούνται στο ανώφελο κυνήγι της δημοσιότητας. Γιατί ακόμα και ο άδηλος ανταγωνισμός που υπάρχει στο χώρο της ορειβασίας δεν δικαιολογεί τέτοιες υπερβολές. Γιατί στο κάτω – κάτω ο ορειβατικός πληθυσμός της χώρας δεν αποτελείται από ηλίθιους και όλοι, στο στενά ελληνικό ορειβατικά χώρο, γνωρίζουν πάρα πολύ καλά και πρόσωπα και πραγματικά γεγονότα.

Δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε λοιπόν ότι ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίστηκαν γενικά και οι δύο αποστολές στο Νταουλαγκίρι, και όχι μόνο από τα ΜΜΕ, είναι αποτέλεσμα της φτωχής ορειβατικής παιδείας.

Το συλλυπητήριο τηλεγράφημα που έστειλε ορειβατικός σύλλογος της περιφέρειας στον ΕΟΣ Α0ηνών τα λέει όλα. “Φίλοι για το άδοξο τέλος της Ζωής του Μπάμπη Τσουπρά δεχθείτε τα συλλυπητήρια μας”! Τι να πει κανείς όταν ακόμα και διοικήσεις ορειβατικών συλλόγων θεωρούν άδοξο το τέλος του Μπάμπη Τσουπρά.

Έτσι όπως πάνε τα πράγματα είμαι σίγουρος πως σε λίγο θα ξεπεραστεί και ο δημοσιογράφος του Ρ/Σ Αντένα που σε πρωινή εκπομπή στις 24 ή 25/10 ζητούσε να γίνουν έρευνες… με ελικόπτερα στην κορυφή του Νταουλαγκίρι (!) για να καταλογισθούν πιθανές ευθύνες ώστε να επέμβει εισαγγελέας. Τέτοια ασχετοσύνη.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΝΤΑΟΥΛΑΓΚΙΡΙ

Η απώλεια του Μπάμπη Τσουπρά σήμανε και το τέλος μιας εποχής για την ορειβασία στη χώρα μας. Όμως μια άλλη εποχή ανοίγεται εμπρός μας. Η ελληνική ορειβασία έχει ανάγκη από νέες κατακτήσεις μεγάλων κορφών. Οι επαναλήψεις στις κορφές που ήδη έχουν κατακτηθεί από Έλληνες δεν πρόκειται να προσφέρουν πολλά παραπάνω στην ανερχόμενη ελληνική ορειβασία εκτός και αν γίνουν από άλλες διαδρομές.

Οι επόμενες ελληνικές αποστολές σε κορυφές 8.ΟΟΟμ. θα έχουν να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες μιας και από τις τρεις θεωρούμενες “εύκολες” κορφές (Τσο-Ογιού, Σίσσα – Πάνγκμα και Κάσερμπρουμ II) έχουν ήδη κατακτηθεί οι δύο πρώτες.

Μετά το Νταουλαγκίρι οι μεγάλες κορυφές που περιμένουν τους έλληνες ορειβάτες είναι η μια πιο δύσκολη από την άλλη και μόνο αποστολές με αναρριχητές υψηλού επιπέδου, καλά οργανωμένες (δηλαδή με γερό προϋπολογισμό) θα έχουν πιθανότητες να τις ανέβουν.

Ο ΕΟΣ Αθηνών θα συνεχίσει να πραγματοποιεί ορειβατικές αποστολές. Γιατί είναι κύρια καταστατική του υποχρέωση. Γιατί έτσι επιβάλλει η ιστορία του Συνδέσμου και το ποιοτικό και ποσοτικό ανθρώπινο δυναμικό του. Γιατί αυτή η προσπάθεια κατάκτησης των μεγάλων κορφών αποτελεί την πεμπτουσία του αλπινισμού και κυρίως, γιατί αυτό ακριβώς θέλουν οι αναρριχητές του που αποτελούν και το πιο ζωντανό τμήμα του Συνδέσμου.

Μιλούσε λίγο γιατί ήξερε. Ήξερε ακόμη ότι αυτοί που φλυαρούν δεν ξέρουν. Με λίγα λόγιο, είχε συνειδητοποιήσει το ζεν της καθημερινής ζωής. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Ήταν ενός χαρισματικός, αριστούχος απόφοιτος του πανεπιστημίου του βουνού, ένα «παιδί θαύμα»του υψομέτρου. Γνώριζε πόσο μικρός και ασήμαντος ήταν γιατί είχε βιώσει την επικίνδυνα αφιλόξενη ορεινή μοναξιά.

Στην πραγματικότητα ο Μπάμπης Τσουπράς ζούσε για το βουνό. Στον κύκλο μας, στην περιορισμένη αλλά αφοσιωμένη ορειβατική οικογένεια, κατείχε μία ξεχωριστή θέση. Με λίγα λόγιο, ήταν ένας άνθρωπος-σύμβολο, κάτι σον ζωντανός θρύλος. Το ορειβατικό του βιογραφικό ήταν με διαφορά το πλουσιότερο που είχε ποτέ Έλληνας.

Το τελευταία χρόνια ο «πιεσμένος» Μπάμπης είχε επαναλάβει πολλές κλασικές διαδρομές στις Άλπεις που αποτελούσαν ταμπού για πολλές δεκαετίες.

Ανάμεσα τους ξεχωρίζει η φημισμένη αλπική τριλογία. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που έκανε τη Walker Spur, τη βόρεια του Μάτερχορν και τη βόρεια του Eiger. Η ανάβαση του θρυλικού πυλώνα του Φρενέ ήρθε λίγο αργότερα. Όλοι οι αναρριχητές που ήταν μαζί του σε αυτές τις επικές προσπάθειες έχουν παραδεχτεί ότι αυτός ήταν η κινητήρια δύναμη. Ήταν κοινό μυστικό ότι χωρίς τη δική του προσήλωση και επιμονή τα συγκεκριμένα επιτεύγματα – σταθμοί στην ιστορία της ορειβασίας μας απλώς δεν θα είχαν υπάρξει.

Ο Μπάμπης έσπρωχνε τα όρια του ελληνικού αλπινισμού και ήταν ένα πραγματικό πρότυπο για τους νεότερους. Τα δικά του είδωλα ήταν άνθρωποι σαν τον Walter Bonnati και τον Reinhold Messner. Ο πρώτος ήταν μόνιμος φιλοξενούμενος των πρωτοσέλιδων των ευρωπαϊκών εφημερίδων κατά τη δεκαετία του ’60, τότε που σκαρφάλωνε όλα τα τελευταία «άλυτα» προβλήματα των Άλπεων. Ο δεύτερος ήταν ο πρώτος θνητός που ανέβηκε και στις δεκατέσσερις κορυφές του κόσμου με υψόμετρο πάνω από 8.000 μέτρα και ο δημοφιλέστερος αλπικός «ήρωας» των ευρωπαϊκών ΜΜΕ κατά τη δεκαετία του ’80.

Ένα από αυτά τα βουνά ήταν και το Νταουλαγκίρι (8.167 μ.), το βουνό που κράτησε κοντά του τον Μπάμπη. Η ιδιαιτερότητα του είναι ότι παρουσιάζει πολλές τεχνικές δυσκολίες, χώρια που φημίζεται και για τον κακό καιρό του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι χρειάστηκε να περιμένει μέχρι το 1961 για να «δει» την πρώτη του ανάβαση και ιστορικά ήταν η τελευταία «οκτάρα» κορυφή που σκαρφαλώθηκε. Για να επιστρέψουμε στα δικά μας, ήταν η τρίτη ελληνική αποστολή που προσπάθησε στο συγκεκριμένο βουνό.

Η προηγούμενη είχε γίνει μόλις πριν από πέντε μήνες και είχε και αυτή τραγική κατάληξη. Όσοι γνωρίζουν τις αντικειμενικές δυσκολίες που καλούνται ν’ αντιμετωπίσουν αυτοί που αποφασίζουν να πάρουν μέρος σε μία αποστολή στο ψηλότερα βουνά του πλανήτη, αντίθετα με την κοινωνική πλειοψηφία που διαθέτει εξαιρετική ευχέρεια στην κριτική καταστάσεων τις οποίες δεν είναι σε θέση να κατανοήσει, ξέρουν πόσο εύκολο είναι να κρίνεις εκ του ασφαλούς καθισμένος στην πολυθρόνα του σπιτιού σου.

Έτσι, προτιμούν τη μόνη συμπεριφορά που ταιριάζει σε αυτές τις περιπτώσεις. Τη σιωπή…

Ο Μπάμπης ανέβηκε στην κορυφή του Νταουλαγκίρι κάνοντας άλλη μία υπερπροσπάθεια, μία ακόμα υπέρβαση. Ήταν η κορυφαία μέχρι τώρα στιγμή για την ελληνική ορειβασία υψηλού υψομέτρου. Όταν ξεκινούσε, ήξερε ότι διακινδύνευε τη ζωή του. Στη Γαλλία, μία χώρα με μεγάλη αλπική παράδοση, θα ήταν περίπου ήρωας.

Εκεί οι άνθρωποι γνωρίζουν τους κινδύνους του βουνού, σέβονται τις προσπάθειες των ορειβατών, χαίρονται για τις επιτυχίες τους και λυπούνται ειλικρινά όταν κάτι πάει στραβά.

Η Κατρίν Ντεστιβέλ, μία από τις μεγαλύτερες Γαλλίδες αλπινίστριες που επισκέφτηκε πρόσφατα τη χώρο μας, θα συμφωνούσε, θα σκεφτόταν κι αυτή όλους τους φίλους που έχει χάσει κατά καιρούς στα βουνά και θα σιωπούσε…