Ανεβαίνοντας το 1980 την Adolf Rey στις Άλπεις

Η παρακάτω ιστορία διαδραματίστηκε στην ορθοπλαγιά Adolf τωνΆλπεων το καλοκαίρι του ’80 στα πλαίσια μιας αναρριχητικής-ορειβατικής εκδήλωσης του Ε.Ο.Σ. Αθηνών.

Η ανάβαση της αναρριχητικής διαδρομής στην ορθοπλαγιά πραγματοποιήθηκε από τον υπογράφοντα, Χριστόφορο Κουνιάκη και το Δημήτρη Σωτηράκη.

Μια κορυφή ενός βουνού ανήκει σε σένα μόνο όταν έχεις κατέβει από αυτή. Μέχρι τότε εσύ ανήκεις στο βουνό. Πολλές φορές, το πιο δύσκολο μέρος στην ορειβασία είναι η κατάβαση και όχι η ανάβαση στο βουνό. Στα μεγάλα βουνά, όταν φθάσεις στην κορυφή είσαι στην πιο ευάλωτη θέση. Είσαι τρομερά κουρασμένος και έχεις ακόμη μπροστά σου την επιστροφή. Αρκεί να χαλάσει λίγο ο καιρός και πιθανότατα να μη γυρίσεις πίσω.

H ανάβαση στην κορυφή ενός βουνού ή μιας ορθοπλαγιάς είναι ένας στόχος δεν πρέπει όμως να είναι και αυτοσκοπός. Η δυσκολία μιας ανάβασης είναι πολλές φορές για μένα μία πρόκληση αλλά η επίτευξη του στόχου δε με κάνει να αισθάνομαι κατακτητής του βουνού. Αν κατατακτώ κάτι αυτό δεν είναι άλλο από τον ευατό μου. Αισθάνομαι πραγματικά νικητής μόνο όταν έχω επιστρέφει κάτω στην κοιλάδα.

“Είσαι έτοιμος;“

Η φωνή του Δημήτρη με βγάζει από τις σκέψεις μου. Δύο μέρες στο καταφύγιο Torino των Αλπεων ήταν αρκετός καιρός για σκέψη και ξεκούραση Περιμέναμε να φτιάξει ο καιρός για να ξεκινήσουμε πάλι για την βάση της ορθοπλαγιάς AdolfRey. Παίρνω τα αντανακλαστικά καλάμια για την ομίχλη, φοράω τα γάντια μου και ξεκινάμε.

Αυτή τη φορά πηγαίνουμε να πάρουμε τα σακκίδια μας που τα είχαμε αφήσει πριν πέντε μέρες στη βάση της διαδρομής. Ο Δημήτρης μου είχε προτείνει να αναρριχηθούμε μία διαδρομή τριακοσίων μέτρων μέσης δυσκολίας V+ με μερικά Α1, στην ορθοπλαγιά αυτή.

Μετά από κάποιους αμφιβολίες που είχα αν θα μπορούσα να αναρριχηθώ τη διαδρομή αυτή, έχοντας μία εμπειρία από αναρρίχηση μόλις ενός χρόνου και χωρίς να είμαι καλά προπονημένος την εποχή αυτή, πήρα την απόφαση να πάω.

Έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από το καταφύγιο. Η ομίχλη είναι πυκνή και έχουμε αρχίσει να τοποθετούμε τα αντανακλαστικά καλάμια, που πήραμε από το καταφύγιο, σε τακτικές αποστάσεις ώστε να μην έχουμε πρόβλημα να βρούμε το δρόμο της επιστροφής. Τοποθετώ ένα καλάμι πράσινου χρώματος και κοιτάω πίσω μου να δω αν φαίνεται το προηγούμενο. Ταυτόχρονα η σκέψη μου πηγαίνει πίσω πέντε μέρες όταν είχαμε αρχίσει την αναρρίχηση στην ορθοπλαγιά:

…… Κοιτάζοντας προς τα κάτω διακρίνω τα σακκίδια μας στη βάση της διαδρομής. Πιο πάνω από μένα, ο Δημήτρης ανεβαίνει προσεκτικά και σταθερά δίνοντάς του, σε κάθε του βήμα, σχοινί. Εχουμε αφήσει τα πιο βαριά πράγματα και οτιδήποτε που δεν χρειαζόμαστε για την αναρρίχηση, όπως οι υπνάσακκοι, στη βάση. Σκοπεύουμε να τα πάρουμε όταν τελειώσουμε τη διαδρομή. Παρόλο αυτά, το μικρό σακκίδιο που πήραμε μαζί μας, μεταφέροντας κάποια ρούχα, μία αλουμινοκουβέρτα, τους φακούς, μερικούς ξηρούς καρπούς, ένα παγούρι και δύο πιολέ έχει τόσο βάρος ώστε να με δυσκολεύει αρκετά σε κάθε ζουμαριά που κάνω σαν δεύτερος στα δύσκολα σημεία ……

“Πρόσεχε την κρεβάς“

Πάλι η φωνή του Δημήτρη με βγάζει από τις σκέψεις μου. Τοποθετώ ένα από τα τελευταία καλάμια που μας έχουν μείνει. Εχουμε προχωρήσει αρκετές ώρες από τη στιγμή που αφήσαμε το καταφύγιο. Ο παγετώνας στο σημείο αυτό σχηματίζει μεγάλα ανοίγματα και κρεβάς (ρωγμές) στο χιόνι. Μερικές σχισμές είναι τόσο βαθειές που είναι αδύνατον να διακρίνεις που καταλήγουν και το μόνο που βλέπεις από το λίγο φως που εισέρχεται από πάνω, είναι δύο παγωμένοι τοίχοι να χάνονται βαθειά μέσα στο υγρό σκοτάδι.

Η ορθοπλαγιά τώρα είναι αρκετά κοντά μας και χρειάζεται να παρακάμψουμε μερικές μεγάλες κρεβάς του παγετώνα για να φθάσουμε στη βάση της διαδρομής. Πλησιάζοντας με προσοχή την ορθοπλαγιά, βλέπουμε τα σακκίδια μπροστά μας σχεδόν θαμμένα από την μεγάλη χιονόπτωση και το δυνατό άνεμο που επικρατούσε τις προηγούμενες μέρες. Καθώς καθαρίζουμε τα σακκίδια από το χιόνι, που έχει εισχωρήσει ακόμη και στο εσωτερικό τους, η σκέψη μου γυρνάει πάλι πίσω:

……. Βρισκόμαστε αρκετά κοντά στην κορυφή και χρειάζεται να ανέβουμε δύο εύκολες, σχετικά, σχοινιές για να τελειώσουμε τη διαδρομή. Ο Δημήτρης βρίσκεται μερικά μέτρα πιο πάνω από μένα σ ένα εκτεθειμένο ρελαί καθισμένος πάνω σε μία σκαλίτσα. Ο καιρός φαίνεται να κλείνει από δυτικά. Πρέπει να βιαστούμε να τελειώσουμε τη διαδρομή ώστε να αρχίσουμε τα ραπέλ της επιστροφής πρίν χαλάσει ο καιρός.

Τελειώνοντας τη διαδρομή απομακρυνόμαστε αρκετά από την έξοδό της βαδίζοντας, προς τα ανατολικά, πάνω σε μία εκτεθειμένη κόψη. Προς τη μεριά αυτή μειώνεται αισθητά το ύψος της ορθοπλαγιάς και έτσι θα χρειαστούμε λιγότερα ραπέλ για να κατέβουμε στον παγετώνα.

Είναι σχεδόν απόγευμα όταν τοποθετούμε τις ασφάλειες για το πρώτο ραπέλ σ ένα σημείο που φαίνεται το πιο κατάλληλο μέρος για να κατέβουμε. Ο καιρός επιδεινώνεται, πυκνή ομίχλη αρχίζει να μας σκεπάζει, και δε μπορούμε να δούμε καθαρά αν πράγματι είναι το καλύτερο μέρος κατάβασης το σημείο που έχουμε επιλέξει για την κάθοδο. Το πρώτο ραπέλ μας οδηγεί σ ένα μεγάλο πατάρι και αρχίζουμε να ετοιμάζουμε γρήγορα το δεύτερο.

Λίγο αργότερα το δεύτερο ραπέλ μας κατεβάζει σ ένα μικρό παταράκι και αυτοασφαλιζόμαστε από δύο καρφιά. Μερικά καρφιά πιο πάνω από μας, δείχνουν ότι εδώ που κατεβαίνουμε πρέπει να υπάρχει κάποια διαδρομή. Το χιόνι που έχει αρχίσει να πέφτει εδώ και λίγη ώρα πυκνώνει σταθερά και η θερμοκρασία έχει μειωθεί αισθητά. Κοιτάζω το ρολόι μου. Δεν θα έχουμε για πολύ ώρα φως. Σε μία ώρα περίπου νυχτώνει.

Γρήγορα αρχίζουμε να κάνουμε ανάκληση στα σχοινιά μας όταν συμβαίνει αυτό που θα κάνει να χάσουμε και το λίγο χρόνο που μας απομένει πριν νυχτώσει. Βγαίνοντας το σχοινί από τις ασφάλειες του πάνω ρελαί, καθώς πέφτει, σφηνώνει σε μία σχισμή του βράχου. Σφηνώνει τόσο πολύ που δεν υποχωρεί ακόμη και όταν το τραβάμε και οι δύο μαζί.

Τελικά αποφασίζουμε να ανέβει ο Δημήτρης, με τη βοήθεια των ζουμάρ, στο σφηνωμένο σχοινί για να φθάσει στο σημείο που έχει σφηνώσει. Για να έχει κάποια ασφάλεια, στην περίπτωση που το σχοινί ξεσφηνώσει, θα τον ασφαλίζω από κάτω με το τμήμα του σχοινιού που μας έχει έρθει. Καθώς θα ανεβαίνει, θα το περνάει και απο τα καρφιά που βρίσκονται από πάνω μας. Γρήγορα ο Δημήτρης περνάει τα ζουμάρ στο σφηνωμένο σχοινί και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά αν όλοι οι κόμποι και οι ασφάλειες είναι εντάξει, ξεκινάει. Ανεβαίνει αργά πάνω στο σφηνωμένο σχοινί.

Σε κάθε κίνηση με τα ζουμάρ ανησυχούμε μήπως το σχοινί ξεσφηνώσει. Εγω, όπως ανεβαίνει, του δίνω λίγο-λίγο από το σχοινί που έχουμε διαθέσιμο. Τον ασφαλίζω σαν να ανεβαίνει πρώτος με τη διαφορά ότι αντί να αναρριχάται στο βράχο κάνει ζουμάρ στο σχοινί. Δεν αργεί να φθάσει το πρώτο καρφί που βρίσκεται τρία μέτρα πιο πάνω από το ρελάι που τον ασφαλίζω και ετοιμάζεται να περάσει το καραμπίνερ.

Ξαφνικά, πριν προλάβει να ασφαλιστεί, βλέπω τον Δημήτρη να τινάζεται προς τα πίσω και να πέφτει. Το σχοινί στο οποίο κρεμότανε ξεσφήνωσε απότομα. Η πτώση θα είναι έξη μέτρα μέχρι να τον κρατήσω από το ρελαί. Σκεπτόμενος ένα πιθανό τραυματισμό σε μία τέτοια πτώση, απλώνομαι λίγο αριστερά και προς τα έξω ώστε πέφτοντας να σταματήσει πάνω μου μικραίνοντας έτσι την πτώση του κατά το μισό.

Και ενώ είμαι έτοιμος να δεχθώ τον Δημήτρη, τη στιγμή που φθάνει ακριβώς πάνω από μένα, ξαφνικά σταματάει να πέφτει. Το σχοινί σφήνωσε πάλι !!!

Δε μπορούμε να πιστέψουμε αυτό που έγινε, προσπαθούμε να δώσουμε μία λογική εξήγηση στο γεγονός. Εκείνη την στιγμή έχουμε τόσο την ανάγκη να δώσουμε κάποια εξήγηση σε ότι συνέβηκε που δεν θα απορούσαμε ακόμη και αν βλέπαμε κάποιον από πάνω μας να παίζει με το σχοινί μας. Ελέγχουμε πάλι αν όλες οι ασφάλειες είναι εντάξει και δοκιμάζουμε ξανά να τραβήξουμε και οι δύο μαζί το σχοινί μήπως αυτή τη φορά δεν έχει σφηνώσει καλά. Και τελικά το θαύμα γίνεται. Το σχοινί ξεσφηνώνει.

Επιτέλους, μετά από καθυστέρηση μισής ώρας, περισσότερο βρεγμένοι και κρυωμένοι και με ελάχιστο φως, το σχοινί είναι στα χέρια μας. Μπορούμε να συνεχίσουμε, δε θα μείνουμε καθηλωμένοι πάνω στην ορθοπλαγιά μέσα στην χιονοθύελλα.

Οι φακοί βγαίνουν από τα σακκίδια, τους τοποθετούμε στα κράνη μας και ξεκινάμε το τρίτο ραπέλ. Κατεβαίνουμε ψάχνοντας για το επόμενο σημείο ρελαί. Τίποτα, μόνο μία λεία πλάκα μπροστά μας με λεπτές σχισμές, άχρηστες για μας που δεν έχουμε καρφιά. Ο φακός δε φωτίζει περισσότερο από δύο μέτρα με τη χιονοθύελλα που επικρατεί, το σχοινί τελειώνει και ακόμη δεν έχουμε βρεί κάποιο σημείο στο βράχο κατάλληλο για ρελαί.

Αρχίζουμε να απογοητευόμαστε όταν καταλαβαίνουμε ότι το ρελαί βρίσκεται χαμηλότερα από εμάς, αλλά είναι αδύνατον να το φθάσουμε εκεί γιατί τα σχοινιά μας είναι πιό κοντά από τα κανονικά. Μόνο μία μικρή προεξοχή έχουμε βρεί την οποία όμως την απορρίπτουμε σαν σημείο για να ασφαλιστούμε διότι δεν έχει κάποια θετική κλίση. Ο Δημήτρης συνεχίζει το ψάξιμο ταλαντευόμενος αριστερά-δεξιά, στη βρεγμένη από το χιόνι, λεία πλάκα προσπαθώντας να βρεί κάποιο σημείο για ρελαί. Τελικά διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει τέτοιο σημείο και θα μείνουμε κρεμασμένοι στην ορθοπλαγιά μέχρι να παγώσουμε.

Η μόνη λύση είναι να χρησιμοποιήσουμε την προεξοχή για να ασφαλιστούμε και να κάνουμε από εκεί το επόμενο ραπέλ. Ξέρουμε ότι είναι επικίνδυνο να κρεμαστούμε από ιμάντες τοποθετημένοι σε μία προεξοχή χωρίς κάποια θετική κλίση, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αλλωστε αν μείνουμε κρεμασμένοι στην ορθοπλαγιά μέσα στη χιονοθύελλα δε θα έχουμε και πολλές ελπίδες να επιβιώσουμε.

Γρήγορα ο Δημήτρης τοποθετεί δύο ιμάντες στην προεξοχή και … ασφαλιζόμαστε. Αμέσως κάνουμε ανάκληση των σχοινιών και τα τοποθετούμε στους ιμάντες που κρεμόμαστε για το επάμενο ραπέλ. Το χιόνι τώρα πέφτει πυκνό, η θερμοκρασία έχει μειωθεί και άλλο και εμείς κρυώνουμε περισσότερο. Τα πάντα γύρω μας είναι βρεγμένα και ακόμη περισσότερο εμείς. Πάνω στο σχοινί σχηματίζεται μια συνεχής ροή παγωμένου νερού το οποίο καταλήγει στο μποντριέ μας και από εκεί στη μέση μας.

Και μέσα σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και το ξαφνικά σταμάτημα του φακού μου. Τώρα με ένα φακό, μόνο ο ένας από μας θα μπορεί να βλέπει τι κάνει, ο άλλος θα βρίσκεται στο σκοτάδι.

Αυτή τη στιγμή όμως το μόνο που μας αποσχολεί είναι ότι είμαστε κρεμασμένοι σε μια προεξοχή από δύο ιμάντες και δεν πρέπει να κάνουμε απότομες κινήσεις γιατί θα πέσουμε στο κενό. Αραγε θα βρούμε το επόμενο ρελαί ή όχι; Θα φθάσουν τα σχοινιά μας μέχρι εκεί; Θα σταθούν οι ιμάντες στη βρεγμένη προεξοχή άταν κάνουμε το ραπέλ; Μια σειρά από τέτοια ερωτήματα και αμφιβολίες γεννιούνται μέσα μας που δεν πρέπει να τα αφήσουμε να μας κυριεύσουν.

Αυτό που πρέπει να σκεφτόμαστε τώρα είναι ότι κάπου πιο κάτω από μας βρίσκεται ένας παγετώνας και εκεί πρέπει να φτάσουμε. Ενας παγετώνας που θα είναι αρκετά επικίνδυνος να τον διασχίσεις εφ όσον πολλές κρεβάς θα έχουν καλυφθεί από τη χιονοθύελλα. Και όμως ο παγετώνας αυτός τώρα μας φαίνεται παράδεισος.

Ο Δημήτρης παίρνει το φακό που λειτουργεί, αφήνει σε μένα το σακκίδιο, για να είναι πιο ελαφρύς, και αρχίζει να κατεβαίνει. Η ομίχλη και το χιόνι είναι τόσο πυκνά που μετά από τρία μέτρα δε μπορώ να διακρίνω το φως του φακού του μέσα στο σκοτάδι. Κρεμασμένος στην προεξοχή περιμένω να ακούσω ένα κάλεσμα για να κατέβω και εγώ. Δεν ακούωκαμμιά φωνή και ούτε μπορώ να διακρίνω τίποτε.

Το μόνο που ακούω είναι ο αέρας και το σφύριγμα κάποιας πέτρας που πέφτει από πάνω. Αν δεν αισθανόμουνα την τάση του ιμάντα απ όπου κάνει ραπέλ ο Δημήτρης, θα άρχιζα να πιστεύω ότι βρίσκομαι μόνος μου εδώ πάνω. Κάθε τόσο ελέγχω και προσπαθώ να πιέσω τον ιμάντα στο βράχο γιατί έχω την αίσθηση ότι αυτός μετακινείται.

Ξαφνικά ακούω την φωνή του Δημήτρη να μου λέει ότι ακολουθώντας μία σχισμή του βράχου προς τα δεξιά έχει βρεθεί κάτω από ένα αρνητικό και έχει κάνει ρελαί εκεί. Το σχοινί τελείωνε και αναγκάστηκε να κάνει το ρελαί κρεμασμένος σε καρυδάκια κάτω από το αρνητικό.

Μου φωνάζει ότι το ραπέλ είναι πλάγιο και ότι για να φθάσω στο αρνητικό πρέπει να βρω οπωσδήποτε στα δεξιά μου μια σχισμή και να την ακολουθήσω. Φακό δεν έχω για να μπορέσω να βρώ τη σχισμή και το χειρότερο είναι ότι δε μπορώ να οδηγηθώ από τα σχοινιά στο πλάγιο αυτό ραπέλ.

Ο Δημήτρης κρεμασμένος στο αρνητικό, στην προσπάθειά του να τοποθετήσει και άλλα καρυδάκια για να φτιάξει ένα πιο ασφαλές ρελαί, του ξεφύγανε τα σχοινιά. Προσπαθώ να συνηδειτοποιήσω την κατάσταση που βρισκόμαστε αυτή την στιγμή. Εγώ χωρίς φακό να ψάχνω ψηλαφητά το βρεγμένο βράχο να βρώ μια σχισμή κρεμασμένος από έναν ιμάντα σχεδόν έτοιμο να φύγει από τη προεξοχή και ο Δημήτρης αποκομμένος από μένα κρεμασμένος από μερικά καρυδάκια κάπου πιο κάτω σ ένα αρνητικό.

Αρχίζω να κατεβαίνω. Οι μπότες μου σε κάθε πλάγιο βήμα προς τα δεξιά γλυστρούν πάνω στο βρεγμένο γρανίτη. Δε βλέπω τίποτα και με την αφή προσπαθώ να ανακαλύψω κάποια σχισμή. Υπολογίζω ότι έχω έρθει αρκετά δεξιά αλλά σχισμή όμως δε βρίσκω. Το σχοινί με τραβάει με δύναμη προς τα αριστερά και με δυσκολία προσπαθώ να κρατηθώ δεξιά.

Το βάρος του σακκιδίου με κουράζει υπερβολικά. Ξέρω ότι αν γλυστρήσω θα κάνω ένα μεγάλο εκκρεμές με μεγάλη πιθανότητα ο ιμάντας που με κρατάει να πεταχτεί από την προεξοχή. Προσπαθώ τυφλά να βρώ ένα εξόγκωμα στο βράχο.

Και ξαφνικά τα πόδια μου γλυστράνε απότομα. Δε μπορώ να κρατηθώ, φεύγω με δύναμη προς τα αριστερά, σέρνομαι με δύναμη επάνω στο βράχο, αισθάνομαι ότι πέφτω. Ταλαντευόμενος μέσα στο σκοτάδι περιμένω να αισθανθώ το σχοινί να χαλαρώνει απότομα και εγώ να τινάζομαι με ταχύτητα προς τα κάτω. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα γίνει και το περιμένω.

Δε θυμάμαι πόση ώρα έχει περάσει όταν καταλαβαίνω ότι έχω σταματήσει να ταλαντεύομαι. Καθώς το σχοινί φεύγει τεντωμένο προς τα επάνω συνηδειτοποιώ ότι ακόμη κρέμομαι από αυτό. Ο ιμάντας βρίσκεται ακόμη στη θέση του. Μήπως όμως έχει μετακινηθεί με το εκκρεμές και με το παραμικρό τράνταγμα φύγει; Ακουμπάω με το κράνος το κεφάλι μου στο βράχο και προσπαθώ να συγκεντρώσω τη σκέψη μου.

Η φωνή του Δημήτρη που έρχεται κάπου από κάτω και δεξιά μου λέει ότι πρέπει να ξαναπροσπαθήσω να έλθω προς τα δεξιά αφού κατέβω λίγο πιο χαμηλά.

Η λογική μου λέει ότι αν δεν προσπαθήσω να φθάσω τον Δημήτρη είναι σίγουρο ότι θα πεθάνουμε από υποθερμία κρεμασμένοι πάνω στην ορθοπλαγιά. Η χιονοθύελλα μπορεί να σταματήσει γρήγορα αλλά μπορεί και να διαρκέσει μέρες. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Δημήτρη κατεβαίνω λίγο πιο χαμηλά. Αραγε που να είναι η άκρη του σχοινιού;

Ψηλαφητά πάλι, προσπαθώ να βρώ κάποια εξογκώματα και πιασίματα στο βράχο ώστε να με βοηθήσουν να κινηθώ προς τα δεξιά. Καθώς κινούμαι αργά-αργά, σκέφτομαι ότι αν βρώ κάποιο μεγάλη προεξοχή του βράχου δεν πρέπει να πατήσω πάνω της γιατί το σχοινί θα χαλαρώσει και μαζί με αυτό και ο ιμάντας που το κρατάει. Αυτό πιθανά θα έχει σαν αποτέλεσμα να φύγει ο ιμάντας από την προεξοχή που στέκεται.

Κάποια στιγμή αισθάνομαι το χέρι μου να μπαίνει μέσα σε μια σχισμή. Είναι η σχισμή για την οποία ψάχνω. Μια τρομερή δύναμη και ελπίδα με διακατέχουν. Τα χέρια μου κρατάνε με δύναμη τη σχισμή όσο και αν αυτή γλυστράει από τα νερά και το χιόνι και με οδηγό αυτή κατεβαίνω και άλλο πρός τα κάτω. Συνεχίζω να κατεβαίνω προσπαθώντας να διακρίνω μέσα στο πυκνό σκοτάδι κάποιο φως από το φακό του Δημήτρη.

Βρίσκομαι πολύ κοντά στο αρνητικό όταν βλέπω μια αναλαμπή. Είναι τόσο πυκνό το χιόνι που πέφτει που πρέπει να πλησιάσεις σχεδόν στα τρία μέτρα για να διακρίνεις το φως του φακού. Λίγα βήματα ακόμη και μπαίνω κάτω από το αρνητικό. Γρήγορα αυτασφαλίζομαι στα καρυδάκια. Αν και κρέμομαι σε μερικά καρυδάκια αισθάνομαι μια απέραντη ανακούφιση. Τοποθετώ ακάμη ένα καρυδάκι και αρχίζουμε την ανάκληση του σχοινιού η οποία δε μας ταλαιπώρησε σχεδόν καθάλου.

Σε λίγα λεπτά ο Δημήτρης ξεκινάει το τέταρτο ραπέλ. Θα είναι το τελευταίο ή θα αναγκαστούμε να ψάχνουμε πάνω στο βρεγμένο βράχο πάλι κάποιο σημείο για ρελαί; Θα βρούμε τέτοιο σημείο ή όχι. Θα μπορέσουμε να φτιάξουμε ρελαί μόνο με καρυδάκια εφ όσον καρφιά δεν έχουμε; Πόσο ψηλά βρισκόμαστε από τον παγετώνα; Για πόση ώρα θα κατεβαίνουμε μέσα στο σκοτάδι χωρίς να ξέρουμε που πάμε;

Μετά από την πράσκαιρη ανακούφιση που αισθάνθηκα, αυτασφαλιζόμενος στο ρελαί, τα ερωτήματα αυτά με κατακλύζουν και πάλι. Με αγωνία περιμένω να ακούσω τη φωνή του Δημήτρη αν έχει βρεί κάποιο ρελαί ή αν έχει φτάσει στον παγετώνα. Αντί αυτού ακούω το σφύριγμα από τις πέτρες που πέφτουν.

Η πυκνή χιονόπτωση συνωστίζει τόσο χιόνι στην κορυφή που κάθε λίγα λεπτά αυτό κατρακυλάει παρασέρνοντας στο διάβα του πέτρες. Κολάω πάνω στο βράχο για να μη με χτυπήσει κάποια πέτρα και περιμένω. Κάποια στιγμή νομίζω ότι ακούω τη φωνή του Δημήτρη η οποία σκεπάζεται από το θόρυβο του αέρα. Του φωνάζω δυνατά να μου απαντήσει τι έγινε. Περιμένω.

Ξαφνικά ακούω τον Δημήτρη να μου λέει ότι τελείωσε. Ναι, έφθασε στον παγετώνα. Ενας παγετώνας γεμάτο καλυμμένες κρεβάς που αυτή τη στιγμή μου φαίνεται παράδεισος. Με γρήγορες κινήσεις βγάζω την αυτασφάλειά μου και αρχίζω να κατεβαίνω και εγώ. Βιάζομαι να πατήσω στον παγετώνα, να αισθανθώ ότι πατάω σε ένα σταθερό οριζόντιο επίπεδο.

Φθάνοντας κάτω η επόμενη δουλειά είναι να βγάλουμε τα πιολέ μας από το μικρό σακκίδιο και να δεθούμε στις άκρες του σχοινιού. Τα σακκίδια μας με τους υπνόσακκους βρίσκονται στη βάση της διαδρομής η οποία είναι αδύνατο να καταλάβουμε που βρίσκεται μέσα στο σκοτάδι, εφ όσον έχουμε κατέβει αρκετά πιο αριστερά από αυτή. Αλλωστε η πυκνή χιονόπτωση έχει αλλάξει τόσο το μέρος που μας φαίνεται αγνώριστο.

Η μικρή ορατότητα που έχουμε, από τον ένα φακό που λειτουργεί, και δεδομένου ότι τα σακκίδια μας θα έχουν σκεπαστεί από το χιόνι καταλαβαίνουμε ότι θα είναι αδύνατο να τα βρούμε.

Ετσι, αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε να ανεβαίνουμε προς το καταφύγιο Torino. Αφού τρώμε μερικούς ξηρούς καρπούς ξεκινάμε. Η κίνηση γίνεται πολύ αργά σαν να κινούμαστε στο βράχο. Ο ένας κάθεται αυτασφαλισμένος στο πιολέ του και ασφαλίζει με το σχοινί τον άλλο που κινείται. Οι πιο πολλές κρεβάς έχουν καλυφθεί και κάθε τόσο αισθάνεσαι να βουλιάζεις και μόνο η τάση του σχοινιού σε κρατάει έξω από αυτές.

Μπροστά πηγαίνει ο Δημήτρης με το φακό για να μπορεί να βλέπει και να παρακάπτει τις μεγάλες κρεβάς. Από πίσω ακολουθώ εγώ μέσα στο σκοτάδι. Κάθε τόσο αισθάνομαι να βουλιάζω και να χώνομαι πολλές φορές στο χιόνι μέχρι τη μέση. Φωνάζω στον Δημήτρη να με ασφαλίζει και να τεντώνει το σχοινί.

Οι ώρες περνούν και με έχει πιάσει μια περίεργη απάθεια και αδιαφορία για ότι μου συμβαίνει. Δεν με ενδιαφέρει αν βουλιάζω μέσα στις κρεβάς, δε με ενδιαφέρει αν μουσκεύω από το χιόνι, δε με ενδιαφέρει αν με χτυπάει παγωμένος αέρας, δε με ενδιαφέρει αν κινούμαι μέσα στο σκοτάδι πάνω σε ένα παγετώνα στις Αλπεις.

Κάποια στιγμή βλεπουμε μπροστά μας ένα σιδερένιο κουτί σε μέγεθος μικρού θαλάμου. Μήπως βλέπουμε οπτασίες; Οχι, πράγματι υπάρχει ένα κουτί πάνω στον παγετώνα. Καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να βρισκόμαστε αρκετά κοντά στο καταφύγιο. Αυτό μας αναπτερώνει το ηθικό. Κοιτάμε γύρω μας αλλά δε βλέπουμε κάποιο φως από το καταφύγιο. Αλλωστε με τέτοια ομίχλη που επικρατεί πως να δεις κάποιο φως; Συνεχίζουμε.

Πιστεύουμε ότι σύντομα θα βρούμε το καταφύγιο, ότι σύντομα θα μπούμε σε ένα ζεστό μέρος. Η κλίση του παγετώνα τώρα αρχίζει να μειώνεται και οι κρεβάς είναι λιγότερες. Προχωράμε ταυτόχρονα, δεμένοι πάντα, χωρίς όμως ο ένας να περιμένει να ασφαλίζει τον άλλο. Ετσι η κίνησή μας γίνεται πιο γρήγορη.

Προσπαθούμε να διαπεράσουμε με τις ματιές μας το πυκνό σκοτάδι με την ελπίδα να δούμε κάποιο φως από το καταφύγιο. Δυστυχώς όμως δε διακρίνουμε τίποτε. Εχει περάσει μισή ώρα περίπου από τότε που βρήκαμε το σιδερένιο κουτί και δεν έχουμε δει κάποιο άλλο σημάδι που να μαρτυρεί ότι βρισκόμαστε κοντά στο καταφύγιο. Η χιονόπτωση έχει μετριαστεί κάπως αλλά αντίθετα η ένταση του παγωμένου αέρα έχει μεγαλώσει.

Κάποια στιγμή, καταλαβαίνουμε ότι έχουμε φθάσει σε κάποιο οριζόντιο επίπεδο γιατί έχουμε σταματήσει να ανεβαίνουμε. Αισθάνομαι ότι προχωρώ μέσα σε μια σκοτεινή σήραγγα όπου δεν έχει τέλος. Εως πότε θα έχω δυνάμεις να προχωρώ; Που είναι αυτό το καταφύγιο; Υπάρχει πράγματι καταφύγιο ή θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει; Και αν υπάρχει θα φθάσουμε ποτέ ή θα περιπλανόμαστε μέσα σε αυτή τη σκοτεινή σήραγγα;

Η φαντασία μου αρχίζει να παίζει παράξενα παιχνίδια. Το μυαλό μου άρχισε να κουράζεται. Ξαφνικά στο ισχνό φως του φακού βλέπουμε δεξιά μας βήματα στο χιόνι. Μήπως είναι παιχνίδι του μυαλού μας; Οχι, πράγματι υπάρχουν βήματα πάνω στο χιόνι. Η ταλαιπωρία μας τελείωσε φωνάζουμε. Είμαστε σίγουροι ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά στο καταφύγιο. Αρκεί να ακολουθήσουμε τα βήματα και σε λίγο θα είμαστε σε ένα ζεστό και ασφαλές μέρος.

Η σκέψη αυτή μας δίνει φτερά στα πόδια μας. Προχωράμε με ταχύτητα. Σε λίγο, ακολουθώντας τα βήματα αυτά, αρχίζουμε να κατεβαίνουμε προς τα κάτω. Περιμένουμε να δούμε μπροστά μας να διαγράφεται η σκοτεινή σιλουέττα του καταφυγίου. Περιμένουμε να δούμε κάποιο φως. Και όμως δε βλέπουμε τίποτε παρά μόνο πυκνό σκοτάδι. Ο παγωμένος αέρας, βρεγμένοι όπως είμαστε, μας διαπερνά. Μα που βρίσκεται αυτό το καταφύγιο;

Και πάλι η φαντασία μου οργιάζει. Υπάρχει πράγματι καταφύγιο ή θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει; Προχωράω με μηχανικές κινήσεις. Βαδίζουμε συνέχεια πάνω στα βήματα που γίνονται ολοένα και πιο αχνά. Και τότε καταλαβαίνουμε τι γίνεται. Τα βήματα που ακολουθούμε είναι τα … δικά μας. Μέσα στο σκοτάδι έχουμε κάνει ένα μεγάλο κύκλο πάνω στον παγετώνα.

Δε μπορούμε να το δεχθούμε αυτό, γιατί μέχρι τώρα πιστεύαμε ότι προχωρούσαμε ευθεία. Τι κάνουμε τώρα; Το καταφύγιο είναι αδύνατο να το βρούμε. Το να περιφερόμαστε πάνω στον παγετώνα θα έχει σαν αποτέλεσμα να εξαντλήσουμε και τα τελευταία αποθέματα δυνάμεων και να πάθουμε υποθερμία. Μια είναι η λύση. Να γυρίσουμε πίσω στο σιδερένιο κουτί και να μπούμε μέσα σε αυτό. Τουλάχιστον αυτό θα μας προφυλάσσει από τον αέρα και το χιόνι μέχρι να ξημερώσει. Το πρωϊ που θα βλέπουμε περισσότερο θα ψάξουμε για το καταφύγιο.

Ξεκινάμε προς τα πίσω. Με οδηγό τα βήματα μας κινούμαστε αντίθετα με κατεύθυνση προς το σιδερένιο κουτί. Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε που πηγαίνουμε και γνωρίζουμε ότι σίγουρα θα φθάσουμε στον προορισμό μας.

Πράγματι, κάποια στιγμή το κουτί διαγράφεται μπροστά μας. Γρήγορα λυνόμαστε και από ένα μικρό άνοιγμα του κουτιού μπαίνουμε μέσα σε αυτό. Διπλωνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο εφ όσον ο χώρος είναι αρκετά περιορισμένος και βγάζουμε τα βρεγμένα ρούχα. Το μόνο που έχω στεγνό είναι μια λεπτή μπλούζα που είχα στο σακκιδιο. Φοράω τη μπλούζα αυτή και βγάζοντας μια αλουμινοκουβέρτα τυλιγόμαστε μέσα σε αυτή.

Η φάση της αναμονής αρχίζει. Περιμένουμε να ξημερώσει. Κάθε τόσο ο ένας σκουντάει τον άλλο ώστε να μην τον αφήσει να κοιμηθεί. Κάτι τέτοιο θα είχε σαν αποτέλεσμα να πάθει αμέσως υποθερμία καθώς είμαστε και οι δύο μισοβρεγμένοι και αρκετά εξαντλημένοι. Κοιτάω το ρολόι μου. Μοιάζει σαν να έχει σταματήσει. Μα δε θα ξημερώσει ποτέ; Μήπως δε πρόκειται να ξημερώσει; Μήπως από εδώ και πέρα θα είμαστε σε ένα αιώνιο σκοτάδι;

Πάλι η φαντασία μου αρχίζει να οργιάζει. Ο αέρας ακούγεται δυνατός καθώς χτυπάει στα τοιχώματα του κουτιού και εμείς περιμένουμε. Κοιτάμε κάθε τόσο τα ρολόγια μας, τα λεπτά περνούν απελπιστικά αργά. Ο ένας τρίβει τον άλλον για να ζεσταθούμε. Η αλουμινοκουβέρτα φαίνεται να παρέχει κάποια μόνωση γιατί όταν κάποιο μέρος του σώματος βγαίνει έξω από αυτή αμέσως αισθάνεσαι τη διαφορά θερμοκρασίας.

Κάθε τόσο αλλάζουμε στάση γιατί μουδιάζουμε όπως είμαστε σφηνωμένοι μέσα στο κουτί. Κοιτάζω το άνοιγμα απ όπου μπήκαμε στο κουτί. Κάτι μου τραβάει την προσοχή. Πράγματι, ένα αχνό φως μπαίνει από το άνοιγμα. Ξημερώνει. Επιτέλους σε λίγο θα είμαστε έξω και στο φως της ημέρας θα ψάξουμε για το καταφύγιο. Ας περιμένουμε λίγο ακόμη να φέξει καλύτερα. Σε λίγο αρχίζουμε να μαζεύουμε την αλουμινικουβέρτα. Είμαι έτοιμος να φορέσω το βρεγμένο μπουφάν μου όταν ακούμε αρκετά κοντά μας ένα βουητό.

Αραγε από που να προέρχεται αυτός ο θόρυβος; Το μυαλό πηγαίνει σε χιονοστοιβάδα. Οχι, ο ήχος δε μοιάζει για χιονοστοιβάδα. Και τότε ο Δημήτρης μου φωνάζει Ρατράκ, πρέπει να είναι ρατράκ. Γρήγορα να βγούμε έξω να το προλάβουμε.

Πάνω στη βιασύνη μου, για να προλάβουμε το ρατράκ, αφήνω το μπουφάν και βγαίνω έξω μέσα στη χιονόπτωση και στον παγωμένο αέρα φορώντας μόνο το στεγνό μου μπλουζάκι. Βλέποντας μας ο οδηγός του ρατράκ, ένας Ιταλός, μένει αποσβωλωμένος, σαν να βλέπει δύο φαντάσματα και μάλιστα το ένα από τα δύο να φοράει μέσα στη χιονοθύελλα ένα λεπτό μπλουζάκι.

Με νοήματα και με κάποιες αγγλικές λέξεις του λέμε να μας πάρει μέχρι το καταφύγιο. Αυτός μας γνέφει να ανεβούμε πάνω στο ρατράκ. Γρήγορα μαζεύουμε τα πράγματά μας, ξεθάβουμε το σχοινί από το χιόνι που είχε σκεπαστεί όλο το βράδυ από τη χιονόπτωση, σκύβω μέσα στο κουτί παίρνω το βρεγμένο μου μπουφάν το φοράω και ανεβαίνουμε πάνω στο ρατράκ.

Σε δέκα λεπτά φθάνουμε στο καταφύγιο. Εκεί είχανε πληροφορηθεί για την απουσία μας από τους άλλους σχοινοσυντρόφους μας που βρισκόνταν στο καταφύγιο και οι οποίοι ετοιμάζονταν να έρθουν για διάσωση. Δύο ζεστά ροφήματα είναι ότι καλύτερο μπορούσαν να μας προσφέρουν εκείνη τη στιγμή. Βγάζω το βρεγμένο μπουφάν και κάτι παλιά δερμάτινα γάντια που φορούσα τα οποία οποία έχουν ξεβάψει από το χιόνι και προσπαθώ με δυσκολία να πιάσω το ποτήρι με το ζεστό ρόφημα που μου προσφέρουν.

Τα χέρια μου είναι τόσο παγωμένα που είναι αδύνατο να κλείσουν και έτσι ζητάω ένα καλαμάκι για να πιώ το ρόφημα. Ξαφνικά βλέπω δύο Ιταλούς, που ο ένας φαίνεται να είναι γιατρός, να έρχονται προς το μέρος μου. Μου πιάνουν τα χέρια μου τα εξετάζουν και αρχίζουν να λένε κάτι μεταξύ τους. Από ότι μου εξηγεί ο Δημήτρης πιστεύουν ότι έχω πάθει κρυοπαγήματα. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς κάτι τέτοιο αν κοιτάξει το χρώμα που έχει πάρει το δέρμα των δακτύλων μου από τα γάντια.

Τελικά τους δίνουμε να καταλάβουν ότι το σκούρο χρώμα στα χέρια μου οφείλεται από τα γάντια που έχουν ξεβάψει και όχι από κρυοπαγήματα.

Λίγο αργότερα εξηγούμε στον υπεύθυνο του καταφυγίου ότι πρέπει να παραμείνουμε στο καταφύγιο μέχρι να φτιάξει ο καιρός για να πάμε πάλι στη βάση της διαδρομής να πάρουμε τα σακκίδια μας. Ταυτόχρονα όμως του εξηγούμε ότι δεν έχουμε και πολλά χρήματα για να πληρώσουμε τη διαμονή και το φαγητό. Ο υπεύθυνος του καταφυγίου φαίνεται να μας καταλαβαίνει, πιθανότατα για αυτό να βοηθά και η ταλαιπωρημένη εμφάνισή μας. Μας παραχωρεί ένα δωμάτιο-αποθήκη του καταφυγίου και μας λέει ότι δε χρειάζεται να πληρώσουμε τη διαμονή. Ξαπλώνουμε σε δύο κρεβάτια-ράντσα που υπάρχουν μέσα στο δωμάτιο. Υπνόσακκους δεν έχουμε, αυτοί βρίσκονται στη βάση της διαδρομής. Ετσι, τυλιγόμαστε με τις μισοβρεγμένες βρώμικες βέστες μας. Θα περιμένουμε να φτιάξει ο καιρός. Η φάση της αναμονής αρχίζει πάλι, αυτή τη φορά όμως στο υπόγειο ενός Ιταλικού καταφυγίου

Χριστόφορος Κουνιάκης, Αλπεις 1980